Φορολογία

Εισαγωγική εταιρεία, «Α. ΕΠΕ», η οποία θέλει να συστήσει νέα εταιρεία «Β.» με ένα νέο συνεργάτη και με πολλούς πελάτες στο χώρο που ειδικεύεται η «Α. ΕΠΕ».
 
Οι πελάτες του νέου συνεργάτη δεν ξέρουν την εταιρεία «Α. ΕΠΕ», αλλά θέλουν να αγοράζουν από την υπό σύσταση εταιρεία Β.
 
Οι Εισαγωγές πρέπει να γίνονται όμως από την εταιρεία «Α. ΕΠΕ» για οικονομικούς λόγους (μικρότερο κόστος λόγω μακροχρόνιας συνεργασίας με οίκους εξωτερικού) και να πωλούνται στην εταιρεία «Β.», στην οποία η «Α. ΕΠΕ» θα συμμετάσχει κατά 50%.
 
Ερωτάται: 1. Πώς μπορεί να πωλεί η «Α. ΕΠΕ» στην «Β.» σχεδόν στο κόστος; και 2. Ποια μορφή εταιρείας πρέπει να έχει η «Β.» για να αποφύγει διπλή στην ουσία φορολόγηση;
 
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
 
Το άρθρο 39 του Κ.Ν. 2238/1994 καθιστά απαγορευτικές και ασύμφορες τις υπερτιμολογήσεις και υποτιμολογήσεις μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, όπως οι επιχειρήσεις του συγκεκριμένου ερωτήματος.
 
Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι η διαφορά μεταξύ των τιμών που ισχύουν στην αγορά και αυτών που ισχύουν στις συναλλαγές μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων: α) προσαυξάνει τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης, χωρίς πάντως να επηρεάζει το κύρος των βιβλίων και στοιχείων και β) σε βάρος της επιχείρησης, που υπάγεται στις διατάξεις αυτού του άρθρου, επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο καθοριζόμενο σε ποσοστό 10% (δέκα τοις εκατό) στο ποσό της διαφοράς. Γι αυτό το λόγο, δεν συνιστάται η πώληση από την Α. στη Β. στο κόστος, αλλά σε τιμές παρεμφερείς με τις ισχύουσες στην αγορά.
 
Ωστόσο, θέμα διπλής φορολόγησης δεν υπάρχει, δεδομένου ότι το έσοδο της επιχείρησης Α είναι κόστος για την επιχείρηση Β. Αρα, σε τελική ανάλυση μειώνει την φορολογική της επιβάρυνση. Αυτό μάλιστα ισχύει ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που θα έχει η επιχείρηση Β. Εάν για παράδειγμα το εν λόγω εμπόρευμα αγοράζεται από την Α για 100,00 Ευρώ και πωληθεί στη Β για 130,00 € αντί για 100,00 που είναι το κόστος, αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να φορολογηθεί η Α για κέρδος 30,00 € αλλά παράλληλα θα είναι ισόποσα λιγότερα τα φορολογητέα κέρδη της Β.
 
 
29.3.2007