Συναλλαγματική διαφορά σε προκαταβολή για αγορά αγαθών

Νομική οντότητα προκαταβάλλει σε ευρώ, χρηματικό ποσό 5.000 λίρες Αγγλίας σε οίκο του εξωτερικού για την αγορά εμπορευμάτων, με ισοτιμία την ημερομηνία της καταβολής έστω 0,90.

Το τιμολόγιο εκδίδεται ένα μήνα αργότερα, εντός της ίδιας χρήσης, με διαφορετική ισοτιμία από την ισοτιμία της ημερομηνίας της προκαταβολής, έστω λοιπόν 0,80.

Θα υπολογίσουμε συναλλαγματική διαφορά επειδή αυτές οι δύο τιμές διαφέρουν ή επειδή προηγείται η προκαταβολή θα λάβουμε υπόψη ως ισοτιμία του τιμολογίου την ισοτιμία της προκαταβολής, όπως ίσχυε παλαιότερα και δεν θα λογίσουμε καθόλου συναλλαγματικές διαφορές;

 

Απάντηση:

Για την λογιστική αντιμετώπιση των συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση των περιουσιακών στοιχείων, αλλά  και των υποχρεώσεων της οντότητας, σε νομισματικά και μη νομισματικά στοιχεία.

Σύμφωνα με τους ορισμούς του Παραρτήματος Α, του Ν 4308/2014 (ΕΛΠ), νομισματικά ή χρηματικά στοιχεία είναι οι κατεχόμενες μονάδες νομίσματος (συνάλλαγμα) καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία, απαιτήσεις αλλά και  υποχρεώσεις, που θα εισπραχθούν ή θα πληρωθούν σε ένα καθορισμένο αριθμό μονάδων ξένου νομίσματος. Υπό την έννοια αυτή, νομισματικά στοιχεία είναι τα διαθέσιμα ή τα ταμειακά ισοδύναμα, οι παντός είδους απαιτήσεις και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, ενώ μη νομισματικά στοιχεία είναι τα κατεχόμενα πάγια περιουσιακά στοιχεία, οι προκαταβολές και οι συμμετοχικοί τίτλοι (βλέπε και την Λογιστική Οδηγία της ΕΛΤΕ).

Η βασική αρχή που ακολουθείται στην αρχική αναγνώριση μιας συναλλαγής σε  ξένο

νόμισμα (συναλλαγές που αφορούν έσοδο, έξοδο, περιουσιακό στοιχείο, υποχρέωση ή καθαρή θέση) είναι ότι η σχετική συναλλαγή μετατρέπεται σε ευρώ (νόμισμα στο οποίο καταρτίζονται οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της οντότητας, στη χώρα μας), με βάση την ισχύουσα, κατά περίπτωση, συναλλαγματική ισοτιμία κατά την συναλλαγή.

Στο τέλος κάθε περιόδου αναφοράς (δηλαδή, τέλος χρήσης), τα υπάρχοντα στοιχεία του Ισολογισμού που εκφράζονται σε ξένο νόμισμα μετατρέπονται σε ευρώ, ως εξής:

τα μεν νομισματικά στοιχεία την 31/12, ημερομηνία κλεισίματος του Ισολογισμού, άρα προκύπτουν συναλλαγματικές διαφορές τα δε μη νομισματικά στοιχεία, (αλλά όταν η αποτίμηση γίνεται στο ιστορικό κόστος), μετατρέπονται με την ισοτιμία της αρχικής τους αναγνώρισης, άρα εδώ δεν προκύπτουν συναλλαγματικές διαφορές.

Συνεπώς, κατά την προκαταβολή, απλώς θα καταγραφεί η πράξη στα λογιστικά βιβλία, βάσει της ισχύουσας ισοτιμίας. Αν υποθέσουμε ότι η προκαταβολή αυτή θα έπρεπε να εμφανιστεί στον Ισολογισμό, αφού η συνέχεια και ολοκλήρωση της συναλλαγής θα γινόταν στην επόμενη χρήση, στις 31/12 δεν θα διενεργούταν αποτίμηση του ποσού (μη νομισματικό στοιχείο). Όταν όμως, και όποτε ερχόταν η ουσιαστική αγορά των εμπορευμάτων, βεβαίως θα προέκυπτε συναλλαγματική διαφορά, σε σχέση με την αξία που εμφανιζόταν στα βιβλία την 31/12 (επειδή είναι απαίτηση).

Υπό την έννοια αυτή, κατά την άποψή μας, εφόσον η συναλλαγή ολοκληρώνεται εντός της χρήσης που δόθηκε η προκαταβολή (5.000 λίρες / 0,90 = 5.555,56 ευρώ), η οποία θεωρείται (και είναι) μέρος της τελικής συναλλαγής (αγοράς) και εφόσον η αξία της αγοράς είναι 5.000 / 0,80 = 6.250,00 ευρώ  (λήψη του τιμολογίου), η διαφορά των 694,44 ευρώ θα πιστωθεί ως συναλλαγματική διαφορά