Φορολογικές & λογιστικές επισημάνσεις Επιμ. Ν. Σγουρινάκης

1. Το ύψος του εταιρικού κεφαλαίου της ΕΠΕ, κατά την σύσταση της εταιρείας

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν 3190/1955 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το κεφάλαιο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης καθορίζεται από τους εταίρους χωρίς περιορισμό. Σχηματίζεται είτε από μετρητά είτε από εισφορές σε είδος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 5.».

Σχόλια:

Ο παραπάνω νόμος 4541, αφορά σε εκτεταμένες τροποποιήσεις του Ν 3190/1955 περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ). Η σχολιαζόμενη ως άνω παράγραφος, προσαρμόζει τα προβλεπόμενα, σχετικώς με το ύψος του εταιρικού κεφαλαίου της ΕΠΕ, κατά την σύσταση του νομικού προσώπου, με τις αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για την ΙΚΕ. Συγκεκριμένα, για την σύσταση της ΙΚΕ, το ελάχιστο κεφάλαιο που απαιτείται είναι ένα (1) ευρώ (παρ. 3, άρθρο 43, Ν 4072/2012), ενώ προβλέπονται και εξωκεφαλαιακές εισφορές.

Η προηγούμενη και ήδη τροποποιηθείσα διάταξη (παρ. 1, άρθρο 40) προέβλεπε κατώτατο όριο εταιρικού κεφαλαίου για την ΕΠΕ, το ποσό των 4.500 ευρώ, με το εταιρικό μερίδιο να έχει ονομαστική αξία 30 ευρώ, ή πολλαπλάσιο αυτού. Μετά τις τροποποιήσεις, τα εταιρικά μερίδια έχουν ονομαστική αξία ενός (1) τουλάχιστον ευρώ, ενώ η αξία αυτή είναι ίση για όλα τα εταιρικά μερίδια».

N 4541/31.5.2018,
άρθρο 1, παρ. 2

2. Το ΠΔ για τον χρόνο έναρξης της εφαρμογής του Λογιστικού Πλαισίου της Γενικής Κυβέρνησης

Πεδίο εφαρμογής του ΠΔ και σκοπός.

1. Με το παρόν καθορίζεται το λογιστικό πλαίσιο που διέπει τις οντότητες της γενικής κυβέρνησης, όπως αυτές καθορίζονται από το μητρώο της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Καλύπτει συνολικά και με συνεπή τρόπο όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης και παρουσιάζει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, που αποτυπώνονται λογιστικά, βάσει της αρχής (παραδοχής) του δεδουλευμένου, με σκοπό την παροχή στοιχείων βασισμένων στα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ESA).

2. Οι οντότητες της παραγράφου 1, οι οποίες από άλλη νομοθεσία υποχρεούνται να εφαρμόζουν το λογιστικό πλαίσιο των οντοτήτων του ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζουν εκείνο το πλαίσιο (δηλαδή, το λογιστικό πλαίσιο οντοτήτων του ιδιωτικού τομέα). Ωστόσο, οι εν λόγω οντότητες, υποχρεούνται να καταρτίζουν τις πρόσθετες χρηματοοικονομικές αναφορές βάσει του παρόντος ΠΔ (σ.σ.: εννοεί το ΠΔ 54).

3. Οι οντότητες του δημόσιου τομέα, οι οποίες δεν υπάγονται στις οντότητες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζουν το λογιστικό πλαίσιο των οντοτήτων του ιδιωτικού τομέα.

Σχόλια:

Το σχολιαζόμενο ΠΔ (ΦΕΚ Αʼ 103/13.6.2018) θέτει τους κανόνες παρακολούθησης των εσόδων, κερδών, εξόδων, ζημιών, λοιπών στοιχείων της καθαρής θέσης, περιουσιακών στοιχείων, ενδεχόμενων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ενδε-

ΠΔ 54/2018, άρθρο 1, παρ. 1, 2 και 3

χόμενων υποχρεώσεων, προβλέψεων και λοιπών οικονομικών ροών των οντοτήτων της γενικής Κυβέρνησης και ορίζει την υποχρέωση τήρησης κατάλληλου λογιστικού συστήματος για την σύνταξη των προβλεπομένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και αναφορών.

Όπως είναι γνωστό, το Δημόσιο Λογιστικό στη χώρα μας, διέπεται από τις διατάξεις του Ν 496/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με τον Ν 2362/1995 και τελευταία με τον Ν 4270/2014 «Αρχές Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό». Με το Δημόσιο Λογιστικό όλα τα οικονομικά μεγέθη καταγράφονται με την ταμειακή βάση (απλογραφική μέθοδος). Σύμφωνα με αυτήν, παρέχεται η δυνατότητα της παρακολούθησης της πορείας εκτέλεσης του προϋπολογισμού των εσόδων και των εξόδων του Δημόσιου Οργανισμού - Φορέα, καθώς και της ταμειακής παρακολούθησης και σύνταξης απολογισμού. Ωστόσο, δεν παρέχει την δυνατότητα της αποτύπωσης της οικονομικής κατάστασης του Δημόσιου Οργανισμού/Φορέα. Ειδικότερα δε, υφίσταται σχετική αδυναμία:

- αποτύπωσης των υλικών και άυλων περιουσιακών στοιχείων,

- αποτύπωσης και παρακολούθησης των απαιτήσεων και υποχρεώσεων,

- αποτύπωσης της καθαρής θέσης.

Ταυτοχρόνως, υπάρχει δυσκολία στον προσδιορισμού του αποτελέσματος (ελλείμματος - πλεονάσματος) από την δράση του Δημόσιου Οργανισμού - Φορέα, καθώς και προσδιορισμού του κόστους των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών από αυτόν. Όλα τα ανωτέρω καθιστούν ιδιαιτέρως ελλιπή την παροχή αξιόπιστων πληροφοριών, προς κάθε ενδιαφερόμενο.

Εν τούτοις, σε ορισμένους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης, προβλέφθηκε, με τα Κλαδικά Λογιστικά Σχέδια, το περιεχόμενο και ο χρόνος έναρξης της εφαρμογής του Διπλογραφικού Λογιστικού Συστήματος, ως εξής:

1. ΠΔ 80/8-5-97 «Ορισμός του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου για τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης».

2. ΠΔ 205/15-7-98 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου».

3. ΠΔ 315/30-12-99 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Δήμων και Κοινοτήτων (Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού)».

4. ΠΔ 146/21-5-03 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Δημοσίων Μονάδων Υγείας».

Τέλος, με τον Ν 3871/2010 «Δημοσιονομική Διαχείριση και Ευθύνη», καθιερώθηκε από 1/1/2011 η Διπλογραφική Λογιστική Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης (ΔΛΤΤΒ) ως το νέο Λογιστικό Σύστημα της Κεντρικής Διοίκησης. Κατʼ εφαρμογή του νόμου εξεδόθη το ΠΔ 15/2011 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου έναρξης της εφαρμογής της Διπλογραφικής Λογιστικής Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης», με το οποίο καθορίσθηκαν οι βασικές λογιστικές αρχές που διέπουν το σύστημα της λογιστικής καταγραφής, οι λογαριασμοί, τα τηρούμενα βιβλία, καθώς και αναγκαίες λεπτομέρειες της ΔΛΤΤΒ.

Υπενθυμίζουμε ότι στον κυβερνητικό τομέα καταγράφονται τέσσερις, κυρίως, λογιστικές βάσεις:

- ταμειακή βάση,

- τροποποιημένη ταμειακή βάση,

- πλήρως δεδουλευμένη βάση,

- τροποποιημένη δεδουλευμένη βάση.

Η ταμειακή βάση καταχωρίζει τις ταμειακές ροές την στιγμή που αυτές πραγματοποιούνται. Ακολούθως, η τροποποιημένη ταμειακή βάση επιτρέπει, οι υποχρεώσεις που διακανονίζονται μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, μετά το τέλος της περι-

 

όδου αναφοράς, να αντιμετωπίζονται ως δαπάνες πραγματοποιηθείσες κατά το έτος που μόλις έληξε. Εν συνεχεία, η πλήρως δεδουλευμένη βάση καταγράφει τις δαπάνες και τα έσοδα όταν πραγματοποιούνται, δηλαδή σε πολλές περιπτώσεις πριν πραγματοποιηθούν οι σχετικές ταμειακές ροές. Καταγράφει στοιχεία ενεργητικού και παθητικού και, συνεπώς, συνδέεται με την κατάρτιση και σύνταξη χρηματοοικονομικών καταστάσεων. Συνδέεται επίσης με την διενέργεια αποσβέσεων σε περιουσιακά στοιχεία με ορισμένη ωφέλιμη ζωή. Τέλος, η τροποποιημένη δεδουλευμένη βάση χαρακτηρίζεται ως παρόμοια με την πλήρως δεδουλευμένη, είναι όμως απλούστερη επειδή δεν περιλαμβάνει την κεφαλαιοποίηση παγίων περιουσιακών στοιχείων και συνακόλουθα την διενέργεια αποσβέσεων επί των παγίων περιουσιακών στοιχείων (βλέπε σχετικό Υπόμνημα ΣΛΟΤ).

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ΠΔ 54, προβλέπεται το λογιστικό σύστημα να τηρείται με βάση την διπλογραφική μέθοδο και να επιτρέπει την παρακολούθηση των στοιχείων των χρηματοοικονομικών αναφορών σε έσχατο επίπεδο.

Επισημαίνουμε ότι στο κείμενο του ΠΔ, παρουσιάζεται πλήρες Σχέδιο Λογαριασμών (Παράρτημα 1), ενώ στο Παράρτημα 6, αναπτύσσεται λεξιλόγιο όρων με γενικούς ορισμούς της Λογιστικής.

Ας ελπίσουμε ότι το ζήτημα της ορθής παρακολούθησης των συναλλαγών και των μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, θα υιοθετηθεί από την Κεντρική Διοίκηση χωρίς παρεκκλίσεις, παρά τις υφιστάμενες αδυναμίες, ώστε να καταγραφούν θετικά αποτελέσματα για την χώρα και τους πολίτες .

Για το Μητρώο οντοτήτων γενικής κυβέρνησης, ακολουθείστε τον παρακάτω σύνδεσμο: http://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SEL08/

 

3. Αλλαγή κατηγορίας βιβλίων και φορολόγηση μη διανεμηθέντων κερδών

«[...] 10. Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα αλλάζει κατηγορία βιβλίων από διπλογραφικά σε απλογραφικά, τα μη διανεμηθέντα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, κατά περίπτωση, όπως αυτά εμφανίζονται κατά τον χρόνο αλλαγής της κατηγορίας βιβλίων, υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με το συντελεστή της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (σ.σ.: 15%). Ο οφειλόμενος φόρος αποδίδεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την λήξη του φορολογικού έτους, μέχρι το οποίο τα βιβλία τηρούνταν με την διπλογραφική μέθοδο. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν και όταν ανώνυμη εταιρεία (ΑΕ), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία (ΙΚΕ) μετατρέπεται σε προσωπική εταιρεία (ΟΕ ή ΕΕ), με αποτέλεσμα να αλλάζει κατηγορία βιβλίων από διπλογραφικά σε απλογραφικά. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλόμενος φόρος αποδίδεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ολοκλήρωση της μετατροπής.».

Επισημάνσεις:

Όπως είναι γνωστό, διπλογραφικό λογιστικό σύστημα εφαρμόζουν, μεταξύ άλλων και οι παρακάτω οντότητες:

α) ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ και οι Ετερόρρυθμες κατά μετοχές εταιρείες,

β) ΟΕ και ΕΕ των οποίων όλα τα άμεσα ή έμμεσα μέλη είναι είτε οντότητες της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 1, είτε άλλες οντότητες συγκρίσιμου νομικού τύπου με τις οντότητες της περίπτωσης αυτής, δηλαδή έχουν περιορισμένη ευθύνη. Ακολούθως, απλογραφικό λογιστικό σύστημα εφαρμόζουν οι πολύ μικρές οντότητες της παραγράφου 2γ του άρθρου 1 του Ν 4308/2014, που δεν συντάσσουν ισολογισμό. Μεταξύ αυτών είναι οι ομόρρυθμες εταιρείες, οι ετερόρρυθμες εταιρείες, οι ατομικές επιχειρήσεις, οι αστικές εταιρείες κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα, οι κοινωνίες αστικού δικαίου, οι δικηγορικές εταιρίες, οι κοινοπραξίες, καθώς και οποια-

Ν 4549/2018, άρθρο 115, παρ. 13 (προσθήκη νέας παρ. 10 στο άρθρο 64 του ΚΦΕ, ισχύς από την δημοσίευση του νόμου, ήτοι: 14/6/2018)

δήποτε άλλη οντότητα του ιδιωτικού τομέα, που αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, με κύκλο εργασιών μέχρι και 1.500.000 ευρώ. Οι οντότητες αυτές, αν υπερβούν για δύο συνεχόμενες χρήσεις το ως άνω όριο, θα υποχρεωθούν στην αλλαγή της κατηγορίας βιβλίων (από απλογραφικά σε διπλογραφικά).

Ωστόσο, αλλαγή κατηγορίας βιβλίων στην πράξη, ενδέχεται να έχουμε και λόγω αλλαγής του εμπορικού πλαισίου για την επιχείρηση, μεταβολής των όρων ανταγωνισμού στην αγορά ή στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, οπότε η διοίκησή της αποφασίζει την αλλαγή (μετατροπή) της κατηγορίας (από κεφαλαιουχική, σε προσωπική, άρα και της νομικής της μορφής) και συνεπώς, μετάπτωση από το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, στο απλογραφικό.

Επισημαίνεται ότι για την οντότητα που τηρεί απλογραφικά βιβλία ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 21 έως 28 του Κεφαλαίου Γ' του ΚΦΕ, οι οποίες αφορούν στα φυσικά πρόσωπα και επομένως, μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι σε περίπτωση διανομής κερδών από τις ως άνω υπόχρεες οντότητες δεν εφαρμόζεται η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του Ν 4172/2013. Δηλαδή, δεν παρακρατείται φόρος μερισμάτων 15%. Εξάλλου, με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 58 ορίζεται, ότι τα κέρδη που αποκτούν αυτές οι οντότητες, σε περίπτωση τήρησης απλογραφικών βιβλίων, φορολογούνται με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 29 (δηλαδή, των φυσικών προσώπων). Άρα, σε περίπτωση απόληψης κερδών από τα ανωτέρω πρόσωπα που τηρούν απλογραφικά βιβλία, δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου, καθόσον τα κέρδη αυτά φορολογούνται μόνο στο όνομα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση (από απλογραφικά σε διπλογραφικά), δεν απαιτείται κάποια «διόρθωση» στο ζήτημα της παρακράτησης φόρου.

Εφόσον όμως, αντιθέτως, υπάρχει αλλαγή κατηγορίας βιβλίων, προς τα κάτω, είναι σφόδρα πιθανόν να έχουμε μη διανεμηθέντα κέρδη. Το αρμόδιο όργανο της οντότητας με διπλογραφικά βιβλία, για κάποιον λόγο, δεν είχε αποφασίσει την διανομή μέρους ή του συνόλου των κερδών. Κατά την αλλαγή της κατηγορίας τήρησης βιβλίων, σε απλογραφικά, θα υποχρεωθεί να παρακρατήσει και να καταβάλλει μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την λήξη του φορολογικού έτους, κατά το οποίο τα βιβλία τηρούνταν με την διπλογραφική μέθοδο, ή σε περίπτωση μετατροπής, μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ολοκλήρωση της μετατροπής αυτής.

Επί της ουσίας, δηλαδή γίνεται υποχρεωτική διανομή κερδών.

 

4. Αλλαγές και νομοτεχνικές τακτοποιήσεις στο άρθρο 24 του ΚΦΕ

[...] 5.α. Στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Ν 4172/2013, η φράση «χρηματοοικονομικής μίσθωσης» αντικαθίσταται από την φράση «χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά την έννοια του Ν 4308/2014, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν».

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του Ν 4172/2013 καταργείται.

γ. Στον πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 24 του Ν 4172/2013:

i. διαγράφονται οι λέξεις «(εσωτερικές εμπορευματικές μεταφορές)»,

ii. η περίπτωση: «Μέσα μαζικής μεταφοράς, περιλαμβανομένων αεροσκαφών, σιδηροδρομικών συρμών, πλοίων και σκαφών», αντικαθίσταται από τις λέξεις «αεροσκάφη, σιδηροδρομικοί συρμοί, πλοία και σκάφη».

Σχόλιο:

Σε παλαιότερο σχόλιό μας είχαμε αναφερθεί στον διαφορετικό όρο που χρησιμοποιεί ο ΚΦΕ, σε σχέση με τα ΕΛΠ, στο ζήτημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ο ΚΦΕ έχει υιοθετήσει τον όρο «χρηματοοικονομική μίσθωση». Κατά την άποψή μου, ο σωστός όρος είναι χρηματοδοτική μίσθωση, υπό την έννοια ότι κάποιος χρηματοδοτεί μία επένδυση της οντότητας. Ο όρος «χρηματοοικονομική» μπορεί για κάποιους να ταυτίζεται με τον όρο «χρηματοδοτική», ωστόσο η έννοια αυτή έχει εντελώς διαφορετικό

Ν 4549/2018, άρθρο 115, παρ. 5 (τροποποίηση άρθρου 24 ΚΦΕ, ισχύς από το φορολογικό έτος 2018 και επόμενα)

περιεχόμενο και παραπέμπει κυρίως στην διαχείριση μιας χρηματοοικονομικής αναφοράς. Εξάλλου και ο αγγλικός όρος finance αυτό υποδηλώνει, δηλαδή την χρηματοδοτική πλευρά και όχι την χρηματοοικονομική.

Ήταν συνεπώς αναγκαία η προσαρμογή και σε ένα βαθμό ήταν ζήτημα χρόνου και αναμενόμενη. Εκτός όμως από αυτό, η «παρέμβαση» της παραπάνω διάταξης, προχωρά ακόμη περισσότερο και καταργεί ολοσχερώς την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ΚΦΕ, παραπέμποντας, στην περίπτωση της «χρηματοδοτικής μίσθωσης», ευθέως στις διατάξεις του Ν 4308/2014 (ΕΛΠ, άρθρο 18, παρ. 5). Συνεπώς, για κάθε χρηματοδοτική μίσθωση, χωρίς περιορισμούς εφεξής, θα εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα από τα ΕΛΠ.

Στο ζήτημα της λογιστικής αντιμετώπισης του θέματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης, έχουμε αναφερθεί στη στήλη: «Εφαρμογές Φορολογίας και Λογιστικής» του περιοδικού (τ. 12/2015, σελ. 1097).

Ομοίως και οι λοιπές προσαρμογές που έγιναν στις περιγραφές του πίνακα των συντελεστών αποσβέσεων του άρθρου 24 του ΚΦΕ, ήταν απαραίτητες και αποσαφηνίζουν τις σχετικές αναφορές.

 

5. Η μέθοδος της λιανικής τιμής (retail method)

Ο προσδιορισμός της ποσότητας των αποθεμάτων δύναται να γίνεται με έμμεσες τεχνικές που είναι αξιόπιστες και κατάλληλα τεκμηριωμένες.

Επισημάνσεις - Παράδειγμα:

Μία έμμεση τεχνική είναι η μέθοδος της λιανικής τιμής, η οποία προσδιορίζει κατʼ ευθείαν την αξία του τελικού αποθέματος και του κόστους πωληθέντων, χωρίς να διαμορφώνει ή να αναζητά την ποσότητα του τελικού αποθέματος. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται, με διάφορες παραλλαγές, από επιχειρήσεις που εμπορεύονται κυρίως μεγάλες ποσότητες ειδών που πωλούνται λιανικά και με σχετικώς σταθερά ποσοστά κέρδους, επί της τιμής κτήσης.

Για την κατανόηση της μεθόδου, παραθέτουμε το εξής γενικό παράδειγμα (έστω ποσοστό μικτού κέρδους: 25%):

Παράδειγμα

Αιτιολογία Κόστος Αξία Λιανικής

Αρχικό απόθεμα 2.000,00 2.500,00

Αγορές περιόδου 4.230,00 5.287,50

Σύνολο προς πώληση 6.230,00 7.787,50

Πραγματικές πωλήσεις περιόδου (σε τιμές λιανικής) -7.200,00

Απόθεμα τέλους σε τιμές λιανικής 587,50

Το ποσοστό κέρδους λιανικής τιμής, θα υπολογιστεί ως εξής:

[ 1 - (6.230,00 / 7.787,50) ] = [ 1 - 0,80 ] = 0,20 ή 20%

Το κόστος κτήσης του Τελικού Αποθέματος, θα είναι:

[587,50 χ (1 - 0,20) ] = 470,00 ευρώ

Διευκρινίσεις:

1. Στο ανωτέρω παράδειγμα, το αρχικό απόθεμα δεν διαφέρει από τις αγορές ως προς τη σύνθεση και το ποσοστό μικτού κέρδους.

2. Το ποσό του αρχικού αποθέματος και των αγορών της περιόδου σε αξίες λιανικής έχει προκύψει πολλαπλασιάζοντας το κόστος κτήσης επί το ποσοστό του μικτού κέρδους (25%).

Ν 4308/2014, άρθρο 4, περ. γ΄ (βλέπε και Λογιστική Οδηγία της ΕΛΤΕ)