Ν. Σγουρινάκης, Διακίνηση αγαθών και αποθεμάτων

Νίκος Σγουρινάκης, Λογιστής - Φοροτεχνικός

Μετά την θέση σε εφαρμογή των διατάξεων του Ν 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και την μεταβολή του λογιστικού πλαισίου, σε σχέση με τα όσα εφαρμόζονταν μέχρι 31/12/2014, βάσει του προηγούμενου καθεστώτος του ΕΓΛΣ και του ΚΒΣ/ΚΦΑΣ, προκύπτει έντονο το ενδιαφέρον να αναζητηθεί η νέα «φιλοσοφία» στον τομέα της διακίνησης αγαθών και αποθεμάτων. Κυρίως δε, αφού διανύουμε ήδη τον τρίτο χρόνο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων και με το δεδομένο ότι η διακίνηση των αποθεμάτων αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο για την διαπίστωση και την πραγματική καταγραφή του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων.

Το προηγούμενο καθεστώς πράγματι ήταν εντόνως τυπολατρικό και εξ αυτού του λόγου διατηρούσε τις παθογένειες του συστήματος, επί δεκαετίες, οι οποίες οδηγούσαν τόσο σε αναποτελεσματικότητα των ελεγκτικών διαδικασιών, όσο και σε μικρή ή μεγαλύτερης κλίμακας διαφθορά, η οποία μεταφραζόταν σε χρηματισμό των κρατικών οργάνων ελέγχου, καθώς και των λοιπών εμπλεκομένων στο κύκλωμα.

Το νέο σχέδιο των ΕΛΠ, ευθυγραμμιζόμενο με τις κοινοτικές διατάξεις, καταργεί το πράγματι γραφειοκρατικό και εξ αυτού του λόγου ζημιογόνο, για την οικονομία και την επιχειρηματικότητα, περιβάλλον, ορίζει κανόνες που πρέπει να διασφαλίζουν την αξιοπιστία της επιχείρησης ως οντότητας, ενώ ταυτοχρόνως στοχεύει στον περιορισμό της όποιας παραβατικής συμπεριφοράς των συναλλασσομένων. Έχει αποδειχθεί στην πράξη, ότι η απλοποίηση των διαδικασιών και ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, μειώνουν τα κρούσματα διαφθοράς.

Σημειώνεται ότι όλες οι τυχόν αποφάσεις για την μη έκδοση δελτίου αποστολής ή την έκδοσή του κατά διαφορετικό τρόπο, οι οποίες είχαν χορηγηθεί από τους προϊσταμένους ΔΟΥ ή τους επιθεωρητές, βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των καταργηθέντων ΚΒΣ (ΠΔ 186/1992 ) και ΚΦΑΣ (2093/2012), παύουν να ισχύουν από 1/1/2015 και μετά.

Συγκεκριμένα, εφεξής κάθε επιχείρηση η οποία διακινεί αγαθά / αποθέματα (πρώτες ύλες, προϊόντα, εμπορεύματα κ.λπ.)[1] οφείλει να τηρεί με τάξη, πληρότητα και ορθότητα τα παραστατικά στοιχεία διακίνησης ή τα τιμολόγια πώλησης ή τις αποδείξεις λιανικής πώλησης, κατά περίπτωση, που εκδίδει ή λαμβάνει για τις σχετικές διακινήσεις αυτών, ώστε να είναι σε θέση με αξιόπιστο τρόπο να θεμελιώνει την παραπάνω διαδικασία.

Υπό την έννοια αυτή, δεν γεννάται υποχρέωση ενημέρωσης ή τήρησης ιδιαίτερου αρχείου / βιβλίου για τα διακινούμενα αποθέματα, κατά ποσότητα ή κατά ποσότητα και αξία (το γνωστό «Βιβλίο Αποθήκης»). Φυσικά, κάθε οντότητα δύναται, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση, να τηρεί με ηλεκτρονικό ή με χειρόγραφο τρόπο, αρχείο ποσοτικής διακίνησης των αποθεμάτων, για διαχειριστικούς σκοπούς και ενδεχομένως ανάγκες του εσωτερικού της ελέγχου. Ο νόμος δεν επιβάλλει νομική υποχρέωση για τήρηση «Βιβλίου Αποθήκης» (βλ. ρητή αναφορά στην αιτιολογική έκθεση).

Έτσι λοιπόν, με το άρθρο 5, παρ. 8 κ.επ. του Ν 4308/ 2014 τίθενται ιδιαίτεροι κανόνες για την παρακολούθηση των παραλαμβανόμενων και αποστελλόμενων αποθεμάτων, ανεξαρτήτως αν έχουν τιμολογηθεί ή όχι, ως εξής:

- Το παραστατικό διακίνησης μπορεί να φέρει οποιονδήποτε κατάλληλο τίτλο, ενδεικτικό της φύσης του, όπως «Παραστατικό Διακίνησης», «Δελτίο Αποστολής», «Συνοδευτικό Διακίνησης Αποθεμάτων», «Έγγραφο διακίνησης μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων» «Συγκεντρωτικό δελτίο διακίνησης», κ.λπ.

- Το παραστατικό διακίνησης εκδίδεται, σε κατάλληλο χρόνο, για την αποστολή ή την παράδοση ή την διακίνηση των αποθεμάτων, συνοδεύει τα αποθέματα μέχρι τον τελικό προορισμό τους και διαφυλάσσεται από τους αντισυμβαλλόμενους. Δεν απαιτείται η διαφύλαξή του από τους ιδιώτες.

- Δεν απαιτείται έκδοση παραστατικού διακίνησης εφόσον εκδίδεται αμέσως τιμολόγιο πώλησης που συνοδεύει τα αγαθά κατά τη διακίνησή τους, δηλαδή στην περίπτωση αυτή το τιμολόγιο είναι και στοιχείο διακίνησης.

- Επί ηλεκτρονικής έκδοσης παραστατικού απαιτείται να υπάρχει πρόσβαση στα δεδομένα του στοιχείου στη διάρκεια της διακίνησης για ελεγκτικούς σκοπούς.

- Διευκρινίζεται επίσης, ότι το παραστατικό διακίνησης εκδίδεται ανεξαρτήτως από το εάν η διακίνηση διενεργείται με μεταφορικά μέσα του πωλητή ή οποιουδήποτε τρίτου - μεταφορέα ή μη.

- Στην ειδική περίπτωση διακίνησης αγαθών και διανομής αγαθών, που η παραδιδόμενη ποσότητα καθορίζεται από τον παραλήπτη μετά την έναρξη της διακίνησης, στο εκδιδόμενο στοιχείο διακίνησης, στη θέση των στοιχείων του αντισυμβαλλόμενου, αναγράφεται η λέξη «Διάφοροι» (πρόκειται για το «Συγκεντρωτικό δελτίο διακίνησης»). Ακολούθως, κατά την παράδοση των αποθεμάτων, εκδίδονται για κάθε επιμέρους παράδοση είτε αμέσως τα παραστατικά πώλησης (δηλαδή: τιμολόγια ή αποδείξεις λιανικών πωλήσεων), είτε παραστατικά διακίνησης αποθεμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση τηρείται αρχείο με τις απαιτούμενες πληροφορίες (είδος και ποσότητα) των παραδιδόμενων αγαθών, κατά παραλήπτη. Κατά την επιστροφή των μη παραδοθέντων αποθεμάτων δύναται να εκδίδεται σχετικό παραστατικό στο οποίο αναγράφεται το είδος και η ποσότητα των επιστρεφομένων αποθεμάτων. Εναλλακτικά, μπορεί να αναγράφεται το υπόλοιπο της επιστρεφόμενης ποσότητας στο αρχικό παραστατικό, είτε να ενημερώνεται σχετικό αρχείο.

- Δεν απαιτείται η έκδοση του παραστατικού διακίνησης σε σειρά περιπτώσεων[2] (βλ. την Πολ. 1003/2014).

Ως προς το περιεχόμενο και τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το παραστατικό διακίνησης, η σχετική διάταξη αναφέρεται στην ύπαρξη ορισμένων κατʼ ελάχιστον, πληροφοριών. Σημειώνεται πάντως ότι, δεν υπάρχει πλέον η υποχρέωση αναγραφής, μεταξύ άλλων, της ώρας παράδοσης ή αποστολής, του αριθμού κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου ή του πλωτού μέσου, του τόπου αποστολής και του τόπου προορισμού κ.λπ. χωρίς να συνιστά παράβαση η τυχόν αναγραφή τους. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει το γεγονός ότι, σε κάθε περίπτωση, ο επιχείρηση έχει την υποχρέωση να τεκμηριώνει επαρκώς την διακίνηση των αποθεμάτων της, ενώπιον οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής.

Κατ ελάχιστον πληροφορίες του παραστατικού διακίνησης:

α) Πλήρης επωνυμία ή το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και ο ΑΦΜ του αποστολέα

β) Πλήρης επωνυμία ή το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και ο ΑΦΜ του παραλήπτη

γ) Η ποσότητα και το είδος των διακινούμενων αγαθών / αποθεμάτων αναλυτικά (ώστε να είναι δυνατόν να γίνουν επιτόπου ελεγκτικές επαληθεύσεις)

δ) Η ημερομηνία που έγινε η διακίνηση

ε) Η διεύθυνση στην οποία παραδίδονται τα αγαθά, εάν διαφέρει από την διεύθυνση της έδρας του παραλήπτη (αν δηλαδή παραδίδονται αγαθά σε διεύθυνση που υποδεικνύει ο αντισυμβαλλόμενος)

Ιδιαίτερη καινοτομία αποτελεί το γεγονός της έκδοσης του παραστατικού διακίνησης των αγαθών / αποθεμάτων, σε ηλεκτρονική μορφή, εφόσον με κατάλληλες δικλείδες διασφαλίζεται ότι, ο χρόνος έκδοσης αυτού είναι πριν από την έναρξη της διακίνησής τους (π.χ. αποστολή δελτίου αποστολής στον παραλήπτη, ως συνημμένου, στο σώμα ηλεκτρονικής επιστολής). Διευκρινίζεται ότι, η έκδοση σε ηλεκτρονική μορφή του στοιχείου διακίνησης αποθεμάτων μπορεί να διενεργείται και μέσω παρόχων ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Θετική εξέλιξη επίσης, αποτελεί το γεγονός ότι το στοιχείο διακίνησης αποθεμάτων, μπορεί να βρίσκεται κατά τη διάρκεια της διακίνησης, σε οποιοδήποτε μέσο αποθήκευσης με ηλεκτρονική μορφή, αλλά με την δυνατότητα ανάγνωσής του στην περίπτωση που αυτό απαιτηθεί από τον φορολογικό έλεγχο. Ασφαλώς, στον αντισυμβαλλόμενο μπορεί να παραδίδεται, ομοίως, σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή. Ανάλογη εφαρμογή υπάρχει και όταν το τιμολόγιο πώλησης υποκαθιστά το παραστατικό (δελτίο) διακίνησης. Όταν δηλαδή εκδίδεται αμέσως στοιχείο αξίας, το οποίο συνοδεύει τα αγαθά, όπως εξάλλου ορίζει ο νόμος.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εξάλειψη της γραφειοκρατίας πρέπει να μας δώσει θετικά αποτελέσματα Είναι αυτονόητο ωστόσο, ότι δεν πρέπει να φθάσουμε στο άλλο άκρο. Καμία επιχείρηση δεν αντιμετωπίζει πλέον το φόβητρο της τυπολατρείας του προηγούμενου καθεστώτος διακινήσεων.

Οι έλεγχοι στη διακίνηση πρέπει να διενεργούνται, να συνεχίσουν να γίνονται, για τον εντοπισμό και τον περιορισμό των παραβατικών συμπεριφορών, αλλά πάντα στο πλαίσιο της νέας «φιλοσοφίας» που ορίζουν οι διατάξεις για τα ΕΛΠ, με την Ευρωπαϊκή τους διάσταση.

[1]. Πάγια περιουσιακά στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι διακινούνται με σκοπό την πώληση τους.

[2]. Προσφάτως προστέθηκε στις εξαιρέσεις και η διακίνηση κενών ειδών συσκευασίας.