To παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του περιοδικού ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ. Για να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στα υπόλοιπα περιεχόμενα του περιοδικού επικοινωνήστε μαζί μας τηλεφωνικά ή μέσω email
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Περιοδικό: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Τεύχος: 148/2018, Μάϊος 2018
Έκδοση: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Ενότητα: ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ, σ. 421
Επόμενο: Π. Γιώτης, Σύντομος σχολιασμός και παρουσίαση εγκυκλίων και διοικητικών αποφάσεων
<b>Π. Γιώτης</b>, Σύντομος σχολιασμός και παρουσίαση εγκυκλίων και διοικητικών αποφάσεων
Μεγαλύτερη γραμματοσειρά Μικρότερη γραμματοσειρά Εκτύπωση άρθρου

Ν. Σγουρινάκης, Πώς φορολογείται η διαφορά του εισοδήματος που προκύπτει από την εφαρμογή των τεκμηρίων (φορολογικό έτος 2017)

Νίκος Σγουρινάκης, Λογιστής - Φοροτεχνικός

Σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΦΕ (Ν 4172/2013 ), η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού πραγματικού εισοδήματος, εφόσον το τεκμαρτό εισόδημα είναι μεγαλύτερο του πραγματικού, προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα και φορολογείται σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση. Στην έννοια του τεκμαρτού εισοδήματος περιλαμβάνονται τόσο οι αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες (όπως προβλέπονται στο άρθρο 31), όσο και οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (όπως προβλέπονται στο άρθρο 32). Ως προς το πραγματικό εισόδημα, εκτός από τα εισοδήματα του τρέχοντος φορολογικού έτους που αναγράφονται στην δήλωση, η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να λάβει υπόψη της και τα χρηματικά ποσά που αναλύονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 34 (δηλ. απαλλασσόμενα του φόρου εισοδήματα, αυτοτελώς φορολογούμενα, ποσά που προέρχονται από διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ληφθέντα δάνεια ή γονικές παροχές, ανάλωση κεφαλαίου που έχει σχηματισθεί κατά τα προηγούμενα φορολογικά έτη κ.λπ.). Αν τελικώς, το σύνολο του πραγματικού εισοδήματος μαζί με τα λοιπά χρηματικά ποσά της παραγράφου 2 του άρθρου 34 (ως άνω), δεν καλύπτουν το τεκμαρτό εισόδημα, δηλαδή τις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες, καθώς και τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, η διαφορά προσδιορίζεται από την Φορολογική Διοίκηση, κατά το ίδιο φορολογικό έτος και φορολογείται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα παρακάτω:

(α) Εφόσον ο φορολογούμενος αποκτά και δηλώνει εισόδημα μόνο από μισθωτή εργασία ή συντάξεις, ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από μισθωτή εργασία και συντάξεις, ή δεν υπάρχει εισόδημα από καμία κατηγορία, ή έχει εισόδημα μόνο από κεφάλαιο ή και από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και με την προϋπόθεση ότι το τεκμαρτό του εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ, η διαφορά θα φορολογηθεί σύμφωνα με τα ισχύοντα για την φορολόγηση της μισθωτής εργασίας (δηλαδή βάσει διατάξεων των άρθρων 15 και 16 του ΚΦΕ). Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η μείωση του φόρου του άρθρου 16 (δηλαδή, το «ιδιότυπο αφορολόγητο»), θα πρέπει να αναγραφούν τα αναγκαία ποσά δαπανών αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών, στους κωδικούς 049 - 050 του πίνακα 7 (Ε1).

Παράδειγμα:

Εισόδημα από μισθωτή εργασία 6.000 ευρώ και εισόδημα από ακίνητη περιουσία 3.000 ευρώ. Έστω σύνολο τεκμηρίων 10.000 ευρώ. Η διαφορά των 1.000 ευρώ, αν δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, θα προστεθεί στο εισόδημα από μισθωτή εργασία (το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων, προέρχεται από την μισθωτή εργασία). Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία, θα φορολογηθεί αυτοτελώς. Αν είχε εισόδημα μόνο από την ακίνητη περιουσία και με το δεδομένο ότι το σύνολο των τεκμηρίων του υπερβαίνει τις 9.500 ευρώ, η διαφορά των 7.000 ευρώ, θα φορολογούταν με το άρθρο 29 (δηλαδή, με την κλίμακα του άρθρου 15, αλλά χωρίς την μείωση του άρθρου 16). Αν δεν υπήρχε εισόδημα, τότε το σύνολο των τεκμηρίων, θα φορολογούταν, ως προερχόμενο από μισθωτή εργασία. Προσοχή, σε αυτή την περίπτωση, στην αναγραφή δαπανών, στους κωδικούς 049 - 050. Αν είχε ένα μικρό εισόδημα από τόκους (μόνο), πχ 200 ευρώ, επειδή τα τεκμήριά του υπερβαίνουν τις 9.500 ευρώ, θα φορολογούταν χωρίς την μείωση του φόρου του άρθρου 16.

(β) Εφόσον ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα μόνο από επιχειρηματική δραστηριότητα ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του δεν προκύπτει από μισθωτή εργασία και συντάξεις, η διαφορά θα φορολογηθεί ως προερχόμενη από την επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 29, οπότε δεν θα ωφεληθεί της μείωσης του φόρου του άρθρου 16.

Παράδειγμα:

Έστω φορολογούμενος αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα 6.000 ευρώ και από ακίνητη περιουσία 7.000 ευρώ. Αν ταυτοχρόνως, απέκτησε και εισόδημα από μισθωτή εργασία πχ 8.000 ευρώ, ενώ το σύνολο των τεκμηρίων του είναι 22.000 ευρώ, η διαφορά των 1.000 ευρώ (21.000 - 22.000) θα προστεθεί στο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα επειδή το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του, δεν προκύπτει από μισθωτή εργασία. Ακολούθως, το κάθε εισόδημα θα φορολογηθεί διακεκριμένα.

(γ) Εφόσον ο φορολογούμενος αποκτά και δηλώνει εισόδημα μόνο από ατομική αγροτική επιχείρηση ή εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του προκύπτει από ατομική αγροτική επιχείρηση, η διαφορά θα φορολογηθεί βάσει των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 29, οπότε πάλι με την κλίμακα του άρθρου 15, αλλά και με την ωφέλεια της μείωσης του φόρου του άρθρου 16, λόγω της σχετικής διάταξης του δεύτερου εδαφίου, της παραγράφου 3, ως άνω.

(δ) Εφόσον ο φορολογούμενος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, η διαφορά, σε κάθε περίπτωση απόκτησης εισοδήματος, θα φορολογηθεί σύμφωνα με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, λαμβάνοντας υπόψη και την μείωση του φόρου του άρθρου 16, δηλαδή θα φορολογηθεί ως εισόδημα προερχόμενο από μισθωτή εργασία.

Συνεπώς, η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων, φορολογείται με την κλίμακα των μισθωτών της παραγράφου 1, του άρθρου 15 και του άρθρου 16 του ΚΦΕ, στις παρακάτω περιπτώσεις:

(α) Ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από μισθωτή εργασία ή συντάξεις.

(β) Το μεγαλύτερο εισόδημά του προέρχεται από μισθωτή εργασία ή συντάξεις.

(γ) Ο φορολογούμενος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. ανεξαρτήτως κατηγορίας εισοδήματος.

(δ) Δεν υπάρχει πραγματικό εισόδημα από καμία κατηγορία.

(ε) Ο φορολογούμενος έχει εισόδημα μόνο από τόκους ή και ενοίκια ή και υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και το τεκμαρτό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις 9.500 ευρώ.

Παράδειγμα:

Έγγαμος φορολογούμενος, με εξαρτώμενο τέκνο, δεν απέκτησε εισοδήματα, κατά το φορολογικό έτος 2017. Έλαβε ωστόσο, ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων (Α21) 480 ευρώ, το οποίο είναι αφορολόγητο (υποπαρ. ΙΑ2, παρ. 7, Ν 4093/2012 ), αλλά μπορεί να καλύψει αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες κ.λπ. Το ποσό του επιδόματος αυτού αναγράφεται στους κωδικούς 657 - 658 ή 617 - 618 του πίνακα 6 (Ε1), αναλόγως αν μεταφέρεται μέσω ηλεκτρονικής πληροφόρησης ή όχι. Περαιτέρω, διαθέτει ΙΧΕ αντικειμενικής δαπάνης 2.800 ευρώ. Τέλος, κατά την διάρκεια του 2017, αγόρασε μεταχειρισμένο δίτροχο αυτοκινούμενο όχημα (μοτοσικλέτα) αντί 500 ευρώ. Το συνολικό τεκμαρτό του εισόδημα είναι: 2.500,00 + 2.800,00 + 500,00 = 5.800,00 ευρώ.

Συνεπώς, εντάσσεται στην (α) περίπτωση, ως άνω, οπότε μετά την μείωση των τεκμηρίων από το επίδομα στήριξης, η διαφορά είναι: 5.800,00 - 480,00 = 5.320,00 ευρώ.

Εν συνεχεία, το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει η οικογένεια, ανήκει κατά κυριότητα στην σύζυγο και προσδιορίζεται αντικειμενική δαπάνη 2.600 ευρώ (65 τμ χ 40,00 ευρώ). Η σύζυγός του, κατά το φορολογικό έτος 2017 απέκτησε εισόδημα από μισθωτή εργασία 4.000 ευρώ. Στα στοιχεία που απέστειλε στη βάση της ΓΓΠΣ ο εργοδότης, εμφανίζεται παρακρατηθείς φόρος μισθωτής εργασίας 275,80 ευρώ (αναλογών φόρος 280 ευρώ). Επίσης η σύζυγος δηλώνει εισόδημα από ακίνητη περιουσία 3.600 ευρώ (κατοικία), το οποίο μειώνεται κατά 5%, κατά την εκκαθάριση του φόρου (περ. α, παρ 3, άρθρο 39 ΚΦΕ), προκειμένου να προκύψει το φορολογητέο: 3.420 ευρώ. Το τεκμαρτό εισόδημα της συζύγου είναι: 2.500,00 + 2.600,00 = 5.100,00 ευρώ.

Το πραγματικό της εισόδημα (προς κάλυψη τεκμηρίων) είναι: 4.000,00 + 3.420,00 = 7.420,00 ευρώ.

Υπό την έννοια αυτή, καλύπτει το δικό της τεκμαρτό (5.100,00) και το υπόλοιπο (7.420,00 - 5.100,00 = 2.320,00) θα χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη του τεκμαρτού εισοδήματος του συζύγου. Συνεπώς, η φορολογητέα διαφορά για τον σύζυγο είναι: 5.320,00 - 2.320,00 = 3.000,00, ποσό που θα φορολογηθεί ως προερχόμενο από μισθωτή εργασία (άρθρα 15 και 16 του ΚΦΕ), άρα θα προκύψει φόρος μηδέν (τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 16). Ομοίως θα έχουμε και για την σύζυγο, δηλαδή μηδενικό φόρο, αλλά μόνο σε ότι αφορά το εισόδημα από μισθωτή εργασία. Αντιθέτως, για το εισόδημα από ακίνητη περιουσία θα κληθεί να καταβάλει φόρο: 3.420,00 χ 15% = 513,00 ευρώ (αυτοτελής φορολόγηση), ποσό που όμως, θα συμψηφιστεί με τον αναλογούντα φόρο από την μισθωτή εργασία, ήτοι:

513,00 - 280,00 = 233,00 ευρώ για πληρωμή

Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.