To παρόν άρθρο αποτελεί μέρος του περιοδικού ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ. Για να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση στα υπόλοιπα περιεχόμενα του περιοδικού επικοινωνήστε μαζί μας τηλεφωνικά ή μέσω email
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Περιοδικό: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Τεύχος: 136, Απρίλιος 2017
Έκδοση: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Ενότητα: ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΕΤΡΙΑ - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ, σ. 390
Προηγούμενο: ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 20.4.2017
Επόμενο: Επισκόπηση Φορολογικού - Λογιστικού τύπου
ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 20.4.2017 Επισκόπηση Φορολογικού - Λογιστικού τύπου
Μεγαλύτερη γραμματοσειρά Μικρότερη γραμματοσειρά Εκτύπωση άρθρου

Η ελαστικότητα της ζήτησης ενός αγαθού ή μίας υπηρεσίας ως προς το εισόδημα του καταναλωτή Επιμ. Ν. Σγουρινάκης

Μία οντότητα παράγει προϊόντα, διακινεί εμπορεύματα ή παρέχει υπηρεσίες και οργανώνει, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τους «συντελεστές παραγωγής» που διαθέτει (φύση, εργασία, κεφάλαιο, επιχειρηματικότητα), με στόχο την επίτευξη κέρδους, μάλιστα δε την μεγιστοποίησή του. Ωστόσο, η επίτευξη του κέρδους, σε έναν σημαντικό βαθμό, εξαρτάται από το ύψος του κύκλου εργασιών, δηλαδή του όγκου των πωλήσεων αγαθών και υπηρεσιών, σε συνδυασμό ασφαλώς και με την ορθολογιστική διαχείριση των εξόδων/δαπανών. Ακολούθως, η διαμόρφωση του κύκλου εργασιών συνδέεται ευθέως με την ζήτηση των αγαθών και υπηρεσιών, από την πλευρά των καταναλωτών, δηλαδή από την επιθυμία που έχουν οι καταναλωτές για την αγορά ή λήψη των προϊόντων / εμπορευμάτων ή υπηρεσιών που παράγει / διακινεί ή παρέχει η επιχείρηση, ώστε να αποφασίσουν την διάθεση μέρους του εισοδήματός τους προς αυτή την κατεύθυνση[1].

Ζήτηση επομένως, είναι η ποσότητα των μονάδων ενός αγαθού ή το μέγεθος μιας υπηρεσίας, που οι καταναλωτές επιθυμούν να αποκτήσουν ή να λάβουν, σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή και στο πλαίσιο της ικανοποίησης των αναγκών τους, με δεδομένο το ύψος του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Υπό την έννοια αυτή, οι παράγοντες που επηρεάζουν την ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, είναι καταρχάς το εισόδημα (Υ) που μπορούν να διαθέσουν τα νοικοκυριά, ή οι οντότητες (όταν ενεργούν ως καταναλωτές) για κατανάλωση καθώς και η τιμή τους (P), όπως αυτή διαμορφώνεται στην αγορά. Στη συνέχεια, ασφαλώς, καταγράφονται και λοιποί παράγοντες οι οποίοι παίζουν μικρό ή μεγαλύτερο ρόλο, αναλόγως προς το μέγεθος των προς κάλυψη αναγκών του καταναλωτή, ή αναλόγως προς τον βαθμό ικανοποίησης αυτών.

Τέτοιοι παράγοντες, με τους αντίστοιχους συμβολισμούς, μπορεί να είναι:

1. Οι τιμές που διαπιστώνονται από τον καταναλωτή στην αγορά, τυχόν υποκατάστατων (PΥ) ή συμπληρωματικών (PΣ) αγαθών ή υπηρεσιών, του αγαθού ή της υπηρεσίας που καταρχάς επιθυμούν να αποκτήσουν.

2. Οι προτιμήσεις (PRC) των καταναλωτών, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναστολή ή ακόμη και σε ακύρωση καταναλωτικών ενεργειών.

3. Ο βαθμός επηρεασμού της καταναλωτικής συμπεριφοράς από την διαφημιστική εκστρατεία υπέρ του αγαθού ή της υπηρεσίας, η οποία μεταφράζεται σε μέγεθος χρηματικής δαπάνης (ADE) για την επιχείρηση.

4. Τυχόν προβλέψεις (INC) που σχηματίζουν οι καταναλωτές/αγοραστές για αύξηση ή μείωση του εισοδήματός τους, ή ακόμη για μεταβολή των τιμών των υπό αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών.

5. Τυχόν προσδοκίες (EXC) για μειώσεις των τιμών.

6. Το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον και το είδος του αγαθού ή της υπηρεσίας (ENP).

Αν υποθέσουμε ότι αναζητείται η διατύπωση της εξάρτησης της ζήτησης πχ του αγαθού χ, από όλους τους παραπάνω παράγοντες, θα σχηματίσουμε την παρακάτω συνάρτηση ζήτησης (Dχ):

Dχ = f {Yχ, Pχ, PΥ, PΣ, PRC, ADE, INC, EXC, ENP}

Συνεπώς, είναι χρήσιμο η επιχείρηση να γνωρίζει την συνάρτηση ζήτησης για κάθε αγαθό (ή ομάδα αγαθών), ή υπηρεσία, σχετικώς με την μεταβολή που επέρχεται στη συνολική ζήτησή του, αν αντιστοίχως καταγράφεται μεταβολή σε κάποια από τις παραπάνω μεταβλητές (παράγοντες). Σε ποιο βαθμό δηλαδή «αντιδρά», ή ποιο είναι το μέγεθος της «ευαισθησίας» που προκαλείται στην ζήτηση, από τις μεταβολές που καταγράφονται στις ανεξάρτητες μεταβλητές της συνάρτησης. Την αντίδραση αυτή της ζήτησης ονομάζουμε ελαστικότητα ζήτησης, ως προς συγκεκριμένη μεταβλητή. Σημαντικό ρόλο παίζει πάντως και το είδος του αγαθού ή της υπηρεσίας που ζητά να αποκτήσει ή να λάβει ο καταναλωτής, σε σχέση με την «πίεση» που αισθάνεται για την κάλυψη συγκεκριμένης ανάγκης.

Ελαστικότητα ζήτησης (E), καλείται η ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας, ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, η οποία προκαλείται μετά από μια δεδομένη μεταβολή σε κάποια από τις ανεξάρτητες μεταβλητές της συνάρτησης ζήτησης.

Στην παρούσα εφαρμογή θα εξετάσουμε την ελαστικότητα της ζήτησης σε σχέση με το εισόδημα του καταναλωτή, ενώ σε επόμενη θα εξετάσουμε την ελαστικότητα της ζήτησης ως προς την τιμή του αγαθού. Πάντως, στην ανάλυση που θα ακολουθήσει θεωρούμε ότι οι λοιποί παράγοντες και φυσικά η τιμή, παραμένουν αμετάβλητοι (Ceteris paribus = χωρίς μεταβολή τα λοιπά δεδομένα).

Ελαστικότητα ζήτησης ως προς το εισόδημα (ΕΥ)

Σύμφωνα με τα παραπάνω η ελαστικότητα ζήτησης ως προς το εισόδημα, ή η εισοδηματική ελαστικότητα της ζήτησης, είναι το μέτρο της μεταβολής στην ζητούμενη ποσότητα ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, η οποία καταγράφεται από μία δεδομένη μεταβολή στο εισόδημα του καταναλωτή. Επομένως είναι:

ΕΥ = Ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας Q / Ποσοστιαία μεταβολή του εισοδήματος Y

Αν η εισοδηματική ελαστικότητα της ζήτησης είναι θετική, αλλά μικρότερη της μονάδας [0 < ΕΥ < 1], τότε αναφερόμαστε σε συνήθη αγαθά πρώτης ανάγκης, όπου μία μεταβολή στο εισόδημα των καταναλωτών θα επιφέρει μικρότερη μεταβολή στις ζητούμενες ποσότητες αυτών. Αντιθέτως, αν έχουμε [ΕΥ > 1], δηλαδή εισοδηματική ελαστικότητα μεγαλύτερη της μονάδας, τότε αναφερόμαστε σε αγαθά και υπηρεσίες που χαρακτηρίζονται ως πολυτελή, υπό την έννοια ότι οι καταναλωτές δεν αισθάνονται ιδιαίτερη πίεση για την αγορά και κατανάλωσή τους (πχ το χαβιάρι). Ακολούθως αν η εισοδηματική ελαστικότητα της ζήτησης λαμβάνει αρνητική τιμή [ΕΥ < 0], αναφερόμαστε σε ασυνήθη ή κατώτερα αγαθά που η ζήτησή τους μειώνεται όταν αυξάνεται το εισόδημα των καταναλωτών. Η περίπτωση αυτή αφορά αγαθά ή υπηρεσίες, τα οποία αποφεύγει να αγοράσει ο καταναλωτής όταν αυξάνεται το εισόδημά του, επειδή στρέφεται σε ακριβότερα υποκατάστατα (πχ το φθηνό αλκοόλ). Στη συνέχεια, αν η ελαστικότητα της ζήτησης ως προς το εισόδημα, είναι ίση με το μηδέν [ΕΥ = 0], σημαίνει ότι ουδεμία μεταβολή καταγράφεται στη ζήτηση όσο και αν μεταβληθεί το εισόδημα. Τέλος, αν η εισοδηματική ελαστικότητα είναι ίση με την μονάδα [ΕΥ = 1], καταγράφεται η θεωρητική περίπτωση, κατά την οποία μία ποσοστιαία μεταβολή στο εισόδημα, θα οδηγήσει σε ισόποση μεταβολή στη ζήτηση. Συνεπώς, τα συνήθη αγαθά ή υπηρεσίες, δηλαδή αυτά που αποκαλούνται είδη πρώτης ανάγκης, χαρακτηρίζονται από μικρή ελαστικότητα ως προς το εισόδημα, υπό την έννοια ότι οι καταναλωτές «πιέζονται» για την κατανάλωσή τους, αφού πρέπει να καλύψουν βασικές τους ανάγκες, ενώ τα είδη πολυτελείας χαρακτηρίζονται από μεγάλη ελαστικότητα, αφού οι καταναλωτές αισθάνονται ότι δεν είναι απαραίτητο να τα αποκτήσουν (κυρίως δε όταν έχουν χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα). Η μαθηματική διατύπωση της εισοδηματικής ελαστικότητας είναι:

ΔQ / Q

ΕΥ = = [ ΔQ / ΔY ] . [Y / Q]

ΔY / Y

όπου: Q = η αρχικώς ζητούμενη ποσότητα ενός αγαθού, βάσει του εισοδήματος (Υ) και ΔQ = η μεταβολή που επέρχεται στην ζητούμενη ποσότητα από μία δεδομένη μεταβολή στο εισόδημα (ΔY).

Παράδειγμα: Καταναλωτής με διαθέσιμο μηνιαίο εισόδημα 1.000 ευρώ, ζητά για επίσης μηνιαία κατανάλωση 50 λίτρα βενζίνης. Αν το εισόδημα αυξηθεί σε 1.100 ευρώ, η ζητούμενη ποσότητα της βενζίνης θα γίνει 55 λίτρα.

Η εισοδηματική ελαστικότητα της ζήτησης για την βενζίνη και τον συγκεκριμένο καταναλωτή, είναι:

ΕΥ = [ΔQ / ΔY] x [Y / Q] = [5 / 100] x [1.000 / 50] = 0,05 x 20 = 1

Συνεπώς, οδηγεί σε ισόποση μεταβολή. Αν η ζητούμενη ποσότητα δεν μεταβαλλόταν, η τιμή της ελαστικότητας θα ήταν μηδέν, οπότε αυτό δείχνει ότι δεν «αντιδρά» ο καταναλωτής για το συγκεκριμένο αγαθό, αν καταγραφεί στο εισόδημά του αυτή η αύξηση.

Το ζήτημα είναι βέβαια, σε πρακτικό επίπεδο, ποιος αριθμός καταναλωτών, σε ένα εκτεταμένο δείγμα, επηρεάζεται θετικά και αποφασίζει να αυξήσει την κατανάλωση του συγκεκριμένου καυσίμου, όταν αυξάνεται το εισόδημά του. Σε αυτές τις περιπτώσεις λαμβάνεται ως μέτρο της εισοδηματικής ελαστικότητας, ο μέσος όρος των επί μέρους τιμών για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, αν τελικά έχουμε μικρή ή μεγαλύτερη ελαστικότητα, σε αντίστοιχη μεταβολή του εισοδήματος.

Το μέτρο της εισοδηματικής ελαστικότητας έχει ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις, κυρίως όταν αποφασίζουν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε νέα προϊόντα ή υπηρεσίες, σε σχέση με τις καταναλωτικές ομάδες στις οποίες απευθύνονται και το ύψος του εισοδήματός τους.

Η διοικήσεις των επιχειρήσεων πρέπει να γνωρίζουν αν τα αγαθά που διακινούν, ή τα προϊόντα που παράγουν, ή οι υπηρεσίες που παρέχουν απευθύνονται σε καταναλωτές με σχετικά υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα, κυρίως δε τα τελευταία χρόνια που στη χώρα μας αντιμετωπίζουμε αρνητικές μεταβολές των εισοδημάτων. Είναι σαφές ότι όταν έχουμε αρνητικές οικονομικές διακυμάνσεις, η ζήτηση περιορίζεται σε είδη με σχετικά χαμηλή εισοδηματική ελαστικότητα.

Σημειώνεται ότι τα χρόνια πριν την οικονομική κρίση, η καταναλωτική συμπεριφορά στην χώρα μας χαρακτηριζόταν από μεγάλη εισοδηματική ελαστικότητα, αφού τα εισοδήματα ήταν υψηλά, αλλά και το (δανεικό) χρήμα υπήρχε σε αφθονία.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία - Πηγές

1. St. Ison, Εισαγωγή στην Οικονομική, εκδ. Κλειδάριθμος.

2. P. Samuelson, Οικονομική.

3. Π. Κιόχος, Οικονομική της Διοίκησης, εκδ. Σύγχρονη Εκδοτική.

4. The Penguin Dictionary of Economics.

[1]. Το διαθέσιμο εισόδημα του καταναλωτή είναι αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση των άμεσων φόρων, οπότε το υπόλοιπο κατευθύνεται είτε προς την κατανάλωση (στην οποία περιλαμβάνεται η έμμεση φορολογία), είτε προς την αποταμίευση / επένδυση / αποπληρωμή φόρων κεφαλαίου (πχ ΕΝ.Φ.Ι.Α., ΦΜΑ κ.λπ.).

Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.