ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΜΟΣ 2011

Περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς
  • Έκδοση: 2012
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€107.00 Φυσικά πρόσωπα
€147.00 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ

Περιγραφή


Το «Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο» αποτελεί τη νέα περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς. Φιλοδοξία του περιοδικού είναι να αναδεικνύει ουσιώδη ζητήματα που ανακύπτουν σε ολόκληρο το φάσμα του χρηματοπιστωτικού δικαίου, δημόσιου και ιδιωτικού, σε διεθνές, κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, να συμβάλλει κατά το δυνατόν περισσότερο στην επιστημονική τους επεξεργασία, να παρουσιάζει τη σχετική νομολογία και, ταυτόχρονα, να παρέχει την αναγκαία ενημέρωση για τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στον εν λόγω τομέα. Δημοσιεύονται επιστημονικά άρθρα, γνωμοδοτήσεις και δικαστικές αποφάσεις που άπτονται του χρηματοπιστωτικού δικαίου. Περιλαμβάνεται επίσης μια τακτική στήλη, στην οποία παρουσιάζονται συνοπτικά οι σημαντικές διεθνείς, κοινοτικές και εθνικές εξελίξεις του χρηματοπιστωτικού δικαίου, καθώς και κατάλογος επίκαιρων νομοθετημάτων. Πρόκειται για ένα χρήσιμο εργαλείο επιστημονικού αλλά και πρακτικού ενδιαφέροντος για όσους δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Σχετικά έργα


Περιεχόμενα


ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Αίτημα της αγωγής η καταβολή του οφειλομένου ποσού από το κλείσιμο της σύμβασης ανοίγματος πίστωσης. Απόρριψη της αγωγής ως αόριστης. ΜΠρΑθ 1714/2011, σελ. 271. 
Έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το δε αντίγραφο αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, εφόσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο. ΑΠ 35/2011, σελ. 116. 
Έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πρωτοφειλέτη και της εγγυήτριας. 'Aσκηση ανακοπής και αίτησης αναστολής από την τελευταία. Απορριπτέα η αίτηση αναστολής λόγω πιθανολόγησης απόρριψης ως αόριστου του πρώτου λόγου ανακοπής περί καταχρηστικότητας των αναφερομένων στη σύμβαση ΓΟΣ, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς οι προσβαλλόμενοι ΓΟΣ, του δεύτερου λόγου περί παράνομης χρέωσης της εισφοράς του Ν 128/1975, επειδή δεν γίνεται υπολογισμός συγκεκριμένων κονδυλίων που αμφισβητούνται, του τρίτου λόγου, ο οποίος πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως μη νόμιμος, αναφορικά με το παράνομο του εξάμηνου ανατοκισμού, καθώς και του τέταρτου λόγου σχετικά με την καταχρηστικότητα των επιτοκίων, εφόσον δεν προέκυψε ότι το επιτόκιο υπερημερίας υπερέβαινε σε ποσοστό 2,5% το επιτόκιο ενήμερης οφειλής. ΜΠρΟρεστ 61/2010, σελ. 125. 
Καταβολή του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού. Από την έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού και δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο συνδυασμός τραπεζικής πίστωσης ή χορήγησης δανείου και αλληλόχρεου λογαριασμού. Η εξυπηρέτηση του δανείου γίνεται με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή η πίστωση κινείται με διαδοχικές αναλήψεις του δανείου από τον πιστούχο και τμηματικές αποδόσεις αυτού από τον τελευταίο με τους σχετικούς τόκους και προμήθειες. ΕφΠειρ 57/2010, σελ. 119. 
Στην περίπτωση που ο οφειλέτης ενέχεται από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, για τη διάγνωση της κατ' άρθρο 939 ΑΚ πρόθεσης βλάβης, ενδιαφέρει το πραγματικό ζήτημα της γνώσης που έχει ο οφειλέτης περί της ύπαρξης παθητικού υπολοίπου του λογαριασμού κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, καθώς και του ύψους αυτού, αφού από αυτό θα κριθούν οι περιστάσεις για την οικονομική του κατάσταση. ΕφΠειρ 55/2010, σελ. 120. 
Η ισχύς της συμφωνίας για το ανεκχώρητο των απαιτήσεων αλληλόχρεου λογαριασμού στο πλαίσιο των συμβάσεων πρακτορείας και τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Μελέτη Δ. Ρούσσης, σελ. 383. 
Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) με αντικείμενο την εκχώρηση μη γεγενημένων απαιτήσεων. Σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού. Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν 1905/1990 δεν θίγει το κύρος υφιστάμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε και το ανεκχώρητο των καταχωριζόμενων σε αυτόν πιστώσεων που αποτελεί ουσιώδη εγγενή συνέπεια της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, άνευ της οποίας θα κατέρρεε ολόκληρη η περί αλληλόχρεου λογαριασμού σύμβαση και θα επηρεαζόταν καίρια, μέχρι πλήρους ανατροπής της, η εξυπηρετούμενη από τον αλληλόχρεο λογαριασμό κύρια σύμβαση χωρίς τη βούληση του ετέρου των συμβαλλομένων με τις συμβάσεις αυτές, ήτοι της κύριας βασικής ενοχικής σύμβασης και της παρεπόμενης του αλληλόχρεου λογαριασμού. ΑΠ 667/2010, σελ. 448. 
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ  
Μη απόδειξη της βάσης της αγωγής ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της Τράπεζας πλαστογράφησαν την υπογραφή του πρώτου ενάγοντος στην αίτηση κτήσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου. Η ζημία των εναγόντων οφείλεται σε δική τους αποκλειστικά συμπεριφορά, να επενδύσουν διά του εντολοδόχου τους σε αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Όροι διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου μέσω αντιπροσώπων της ΑΕΔΑΚ. Ευθύνες και υποχρεώσεις στην περίπτωση αυτή της ΑΕΔΑΚ. Η μη τήρηση, κατά την εκτέλεση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, των αρχών που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, μόνον διοικητικής φύσεως κυρώσεις είναι δυνατόν να επιφέρει σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρίας κατ' άρθρο 78 εδ. ε' του Ν 1969/1991 και δεν αποτελεί βάση αποζημίωσης από το άρθρο 914 του ΑΚ. ΑΠ 1605/2010, σελ. 148. 
Τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου δύνανται να ενεχυρασθούν, για εξασφάλιση απαίτησης, σύμφωνα με τους όρους του άρθ. 3 ΑΝ 1818/1951 και των άρθρων 1244 επ. ΑΚ. Η ως άνω ενεχύραση ισχύει κατά της εταιρίας διαχείρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου, αφότου ανακοινωθεί στην τελευταία από την ενεχυρούχο δανείστρια. Τα μελλοντικά κέρδη των ενεχυρασθέντων τίτλων, εφόσον πληρωθεί η αναβλητική αίρεση της εκκαθάρισής τους, ανήκουν στην ενεχυρούχο δανείστρια. Η επανεπένδυση των κερδών, εάν αυτά δεν αναληφθούν εντός της, από τον Κανονισμό του Αμοιβαίου Κεφαλαίου, προβλεπόμενης προθεσμίας θα πρέπει να γίνει στο όνομα της ενεχυρούχου δανείστριας. ΑΠ 37/2011, σελ. 143. 
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ  
Ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Οι αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης, όταν είναι ενστάσεις, βαρύνουν τον ανακόπτοντα να τις αποδείξει. Ένσταση παραγραφής αξιώσεων περιοδικών παροχών. Για το ορισμένο αυτής ως λόγου ανακοπής, θα πρέπει να εκτίθεται προς θεμελίωσή της, εκτός από το χρόνο γένεσης της αξίωσης και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, καθώς και το ύψος κάθε μίας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου. ΑΠ 623/2011, σελ. 494. 
Δικαίωμα αποζημίωσης του καθ'ου η εκτέλεση κατά εκείνου που την επέσπευσε εάν η ενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. ΑΠ 1119/2011, σελ. 492. 
Σε περίπτωση αμφισβήτησης ή άρνησης από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, ο καθού η ανακοπή φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης των γενεσιουργών της απαίτησής του γεγονότων, καθώς και εκείνων που προσδίδουν σε αυτή προνομιακό χαρακτήρα. Δεν είναι νόμιμη η ανακοπή που επικαλείται προνόμιο το οποίο έχει εγγραφεί μια ημέρα μετά και στρέφεται έναντι των αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών. ΑΠ 644/2011, σελ. 493. 
ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ  
Η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του Ν 2789/2000 έχει την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι` αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του Ν 2789/2000. ΑΠ 21/2011, σελ. 166. 
Συμφωνία που καταρτίσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν 2601/1998 και προβλέπει τον ανατοκισμό για χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου είναι άκυρη ως αντίθετη σε αναγκαστικού δικαίου διάταξη (ΑΚ 174) και θεωρείται ισχύουσα για τον προβλεπόμενο στο νόμο εξάμηνο ανατοκισμό. Ο οφειλέτης σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι αναγνώρισε κονδύλια βάσει τρίμηνου ανατοκισμού (ΑΚ 873), μπορεί να αντιτάξει κατά του δανειστή το παράνομο ή το ανύπαρκτο της βασικής σχέσης και το αχρεώστητο της κύριας οφειλής. Ο υπολογισμός τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί 365, δεν είναι παράνομος. Ο σχετικός ισχυρισμός θα πρέπει να προσδιορίζει το ακριβές ποσό επιβάρυνσης της απαίτησης, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως αόριστος. ΕφΑθ 1778/2010, σελ. 122. 
Προκειμένου για οφειλές κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, οι οποίες είναι σχετικές με την επαγγελματική τους δραστηριότητα και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 Ν 2789/2000, τότε το συνολικό ύψος τους υπολογίζεται στο διπλάσιο του συνολικού κεφαλαίου που έχει ληφθεί με ένα ή περισσότερα δάνεια, τα οποία συνυπολογίζονται και δεν γίνεται ιδιαίτερος υπολογισμός της οφειλής για το καθένα χωριστά. ΠΠρΒόλου 104/2011, σελ. 324. 
Από το ότι οι αναλήψεις έγιναν αμέσως μετά την κλοπή της τσάντας του ενάγοντα που περιείχε την εν λόγω πιστωτική κάρτα, και με μεγάλη ταχύτητα, ότι πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά, μεσολαβούντος ελάχιστου χρόνου και δη δευτερολέπτων, μεταξύ των αναλήψεων, χωρίς να γίνει καμία εσφαλμένη προσπάθεια εισαγωγής του προσωπικού αριθμού αναγνώρισης (PIN) του ενάγοντα, παρά μόνο αποτυχημένη προσπάθεια λόγω υπέρβασης του πιστωτικού ορίου, σαφώς προκύπτει ότι το πρόσωπο που πραγματοποίησε τις προαναφερόμενες συναλλαγές, κατείχε την κάρτα και γνώριζε το (PIN) του ενάγοντα. Ο δε κωδικός αυτός (PIN) προφανώς βρισκόταν στην τσάντα του ενάγοντα μαζί με τα λοιπά έγγραφα. ΕιρΑθ 917/2011, σελ. 305. 
Αν ο κάτοχος της κάρτας με υπαίτια βραδύτητα παραλείψει την άμεση προς την τράπεζα αναγγελία της κλοπής ή απώλειας της κάρτας, τότε είναι επιτρεπτή με ΓΟΣ η πλήρης μετακύλιση σ' αυτόν του κινδύνου που προέρχεται από την ανεπίτρεπτη από τρίτο, συνήθως με πλαστογραφία της υπογραφής του κατόχου, χρήση της κάρτας. Οι επίδικες αναλήψεις μετρητών έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρόνο της ειδοποίησης της τράπεζας. Οι αναλήψεις αυτές είναι τεχνικά αδύνατο να πραγματοποιηθούν εάν ο χρήστης της κάρτας δεν γνωρίζει τον αριθμό PIN. ΕιρΑθ 1788/2011, σελ. 306. 
ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ  
Η θέσπιση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων δεν καθιερώνει και το ακατάσχετο αυτών. Διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τράπεζας ως τρίτης. ΑΠ 1022/2011, σελ. 488. 
ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ  
Προϋποθέσεις καταχρηστικότητας. Καταχρηστικός ο γενικός όρος δανειακών συμβάσεων που προβλέπει ότι σε περίπτωση τμηματικής εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί το σύνολο του ποσού σε άτοκο δεσμευμένο λογαριασμό στο όνομα του δανειολήπτη, ο τελευταίος δε υποχρεούται εξαρχής να καταβάλλει τόκους και για το μέρος του δανείου που δεν έχει ακόμα εκταμιευθεί. ΑΠ 7/2011, σελ. 302. 
CHURNING  
Με τον όρο "churning" αποδίδεται διεθνώς μια μορφή εξαπάτησης του επενδυτικού κοινού, η οποία συνδέεται με την είσπραξη προμηθειών από άσκοπες συναλλαγές, που διενεργεί ο διαχειριστής και ειδικότερα την πραγματοποίηση μεγάλου αριθμού συναλλαγών, οι οποίες δεν έχουν οικονομικό νόημα για τον πελάτη, γίνονται όμως με σκοπό την είσπραξη από τον διαχειριστή προμήθειας, σε βάρος του χαρτοφυλακίου του πελάτη. ΕφΑθ 1778/2011, σελ. 299. 
ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ  
Το δεδικασμένο που είχε παραχθεί από τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής για καταβολή αποζημίωσης για αποθετική ζημία προερχόμενη από απώλεια τόκων της κατάθεσης της αναιρεσείουσας, δεν καλύπτει την ένδικη αξίωση της μεταγενέστερης αίτησής της προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αφού ο διαλαμβανόμενος στις δύο περιπτώσεις χρόνος είναι διαφορετικός. ΑΠ 1345/2011, σελ. 503. 
ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  
Απαγορεύεται από το νόμο η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικού προσώπου όταν διενεργείται χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του. Υφίσταται υποχρέωση της εναγόμενης τράπεζας να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα δανειολήπτη τη διαβίβαση, προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία, των προσωπικών δεδομένων του, καθώς και υποχρέωση της τελευταίας να ενημερώσει τον ενάγοντα για την πρόθεσή της να κάνει χρήση αυτών. Πρόκληση ηθικής βλάβης στον ενάγοντα από την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. ΕφΑθ 2887/2010, σελ. 163. 
Η απλή γνωστοποίηση με δικαστικό επιμελητή, ο οποίος δεν είναι τρίτος, στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων εκ μέρους του φυσικού ή νομικού προσώπου που τηρεί αρχείο αυτών, με τη συγκατάθεση αυτού, μονομερούς ενέργειας, η οποία μάλιστα είναι αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, όπως η εξώδικη δήλωση για πρόταση συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες αναγόμενες στη συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών του υποκειμένου, δεν αποτελεί παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του τελευταίου. ΑΠ 174/2011, σελ. 320. 
Σε κάθε περίπτωση δεν χρειάζεται η προηγούμενη συγκατάθεση του ενάγοντα για την επεξεργασία των προσωπικών και οικονομικών του δεδομένων όταν η επεξεργασία αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος της είσπραξης της απαίτησης, στα πλαίσια της άσκησης του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, επειδή το ικανοποιούμενο έννομο συμφέρον της είναι προφανώς υπέρτερο από το αντίστοιχο έννομο συμφέρον του ενάγοντος. ΜΠρΑθ 2722/2011, σελ. 499. 
ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ  
Προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη με πρόθεση εκ μέρους του βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, β) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και γ) αφερεγγυότητα του οφειλέτη. ΑΠ 884/2011, σελ. 505. 
ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ  
Αίτηση περί υπαγωγής στις διατάξεις του Ν 3816/2010. Έκδοση διαταγής πληρωμής από την καθ' ης εντός της μηνιαίας προθεσμίας που είχε θέσει η τελευταία στους αιτούντες για την υποβολή αίτησης ρύθμισης των οφειλών τους. Καταχρηστικότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Αίτημα μη εμφάνισης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής και ανάκληση εγγραφείσας βάσει αυτής προσημείωσης υποθήκης. ΜΠρΚοζ 497/2011, σελ. 335. 
Αντικείμενο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης του αιτούντος, αλλά μόνον ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. ΑΠ 1345/2011, σελ. 503. 
ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ  
Επί ενεχύρασης απαίτησης για την εξασφάλιση πίστωσης ΑΕ από παροχή δανείου με ανοιχτό λογαριασμό, η απαίτηση αυτή εκχωρείται προς την πιστώτρια. Η τελευταία, ως εκδοχέας, δικαιούται να την εισπράξει για την εξόφληση του πιστώματός της και να αποδώσει το τυχόν υπόλοιπο στον ενεχυραστή. Η εκχώρηση προϋποθέτει έγκυρη απαίτηση του δανειστή, σε αντίθετη περίπτωση κανένα αποτέλεσμα δεν επέρχεται στις σχέσεις εκδοχέα-οφειλέτη. ΕφΑθ 32/2011, σελ. 518. 
ΕΜΠΟΡΟΙ  
Νεότερες αντιλήψεις για την εμπορική ιδιότητα στο παράδειγμα του N 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Μελέτη Χρ. Λιβαδά, σελ. 204. 
ΕΝΤΟΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ  
Ως προς τα έντοκα γραμμάτια ή τα ομόλογα του Δημοσίου, τα αντίστοιχα νομοθετικά κενά πρέπει να καλυφθούν με εφαρμογή κυρίως των διατάξεων του Ν 5638/1932, που αφορούν τους κοινούς λογαριασμούς, κατ' αναλογία, γιατί αυτές ρυθμίζουν άλλες περιπτώσεις όμοιου χαρακτήρα. ΕφΑθ 652/2011, σελ. 291. 
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ  
Συγκρούσεις συμφερόντων κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών στο παράδειγμα των «αντιπαροχών». Μελέτη Έ. Κινινή, σελ. 362. 
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ  
Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών. Προϋποθέσεις καταβολής αποζημίωσης από αυτό. Καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες. ΑΠ 631/2011, σελ. 466. 
ΕΠΙΤΑΓΗ  
Διάκριση γενικής και ειδικής διγράμμισης. Επί επιταγής με γενική διγράμμιση, εάν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία. ΑΠ 659/2011, σελ. 513. 
Η επιταγή «ευκολίας» εκδίδεται χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος μεταξύ εκδότη και λήπτη με σκοπό την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής ή και του πρώτου κομιστή αυτής, κατά περίπτωση, προκειμένου να εμφανιστεί ως φερέγγυος και να λάβει το ποσό της επιταγής από τρίτον. ΠΠρΘεσ 235/2011, σελ. 269. 
Υποχρέωση της τράπεζας, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης η τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πλήρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου. ΑΠ 254/2011, σελ. 267. 
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ  
Το ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών TARGET2 και η υπηρεσία TARGET2 - Securities για το διακανονισμό τίτλων σε χρήμα κεντρικής τράπεζας. Μελέτη Χρ. Γκόρτσος/ Β. Παναγιωτίδης, σελ. 352. 
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ  
Ο καθορισμός της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό, από τον ίδιο το χρήστη και η δήλωσή της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και κατ' αναλογία με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 του ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνιση σε έντυπο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη εις βάρος του εκδότη του. ΕιρΑθ 8444/2011, σελ. 338. 
Υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις διατάξεις των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ. Το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη-αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 ΚΠολΔ. ΕφΑθ 32/2011, σελ. 518. 
ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ  
Δέσμευση λογαριασμού από τράπεζα. Από τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ορίζεται ότι η επιβληθείσα κατάσχεση δεν εμποδίζει τον καθ' ου η εκτέλεση να στραφεί κατά του τρίτου. Συνεπώς, ο καθ'ου, δικαιούχος του αντικειμένου που κατασχέθηκε αναγκαστικά ή συντηρητικά στα χέρια του οφειλέτη του ως τρίτου, δικαιούται να εγείρει κατά του τρίτου αγωγή, υφισταμένης της κατάσχεσης, και να ζητήσει την παράδοση ή απόδοση σ' αυτόν του κατασχεμένου πράγματος ή την καταβολή του χρηματικού ποσού της απαίτησης που κατασχέθηκε. ΕφΑθ 141/2010, σελ. 158. 
Απαιτήσεις από εξαρτημένη εργασία, προνομιακή κατάταξή τους στην τρίτη τάξη, εφόσον προέκυψαν εντός δύο ετών πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Κατατάσσονται στην ως άνω τάξη, όχι μόνον ο μισθός και τα δώρα εορτών, αλλά και απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αποζημίωση για στέρηση άδειας, υπερωριακή απασχόληση. Απαραίτητη η μνεία στο αναγγελτήριο της σχέσης εργασίας του αναγγελλομένου, του συμφωνηθέντος και καταβαλλομένου μισθού, της ειδικότητας, καθώς και της χρονικής περιόδου στην οποία ανάγονται οι απαιτήσεις. ΕφΛαρ 699/2010, σελ. 156. 
Δεν συντρέχουν οι λόγοι ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 966 ΑΚ, στις απαιτήσεις των ΟΤΑ, έστω κι αν αυτές προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα», αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στους ΟΤΑ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των προς τρίτους οφειλών των ΟΤΑ από οποιαδήποτε αιτία. ΜΠρΘηβ 758/2010, σελ. 162. 
Κατάσχεση εις χείρας τράπεζας ως τρίτης επιβαλλόμενη από το Δημόσιο. Εφαρμογή των διατάξεων του ΚΕΔΕ. Αναγκαίο περιεχόμενο του κατασχετηρίου εγγράφου. Καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου (άρθ. 33 ΚΕΔΕ) ότι ο τρίτος καθίσταται οφειλέτης του Δημοσίου. Εάν λείπει κάποιο από τα ουσιώδη στοιχεία του κατασχετηρίου, τότε το τελευταίο είναι άκυρο, ο δε τρίτος που παραλείπει την υποβολή της δήλωσης του άρθ. 32 ΚΕΔΕ δεν καθίσταται οφειλέτης του Δημοσίου, καθώς βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία του ανωτέρω τεκμηρίου αποτελεί η ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης. Εφαρμογή των διατάξεων του ΝΔ 17.7/13.8.1923 στην περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τράπεζας ως τρίτης. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος θεωρείται το υποκατάστημα της τράπεζας, στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός του οφειλέτη. Η προς το υποκατάστημα επίδοση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατάσχεσης και η παράλειψη της ως άνω επίδοσης οδηγεί στο ανυπόστατο της κατάσχεσης. ΑΠ 117/2011, σελ. 151. 
Σε περίπτωση υποβολής καταφατικής δήλωσης από την τράπεζα, η τελευταία δύναται, βάσει του άρθρου 87 παρ. 1 του ΝΔ 17.7/13.8.1923, να προβεί σε δημόσια παρακατάθεση των κατασχεθέντων. Εάν πρόκειται για την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η κατάθεση μπορεί να γίνει σε λογαριασμό όψεως τηρούμενο στην ίδια. Αίτημα ανάληψης του παρακατατεθέντος ποσού και υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης τράπεζας προς απόδοση του πρωτοτύπου του γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης. ΜΠρΑθ 733/2011, σελ. 160. 
Δωρεά ακινήτου σε σωματείο υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. ΑΠ 249/2011, σελ. 311. 
ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ  
Η θέσπιση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων δεν καθιερώνει και το ακατάσχετο αυτών. Διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τράπεζας ως τρίτης. Με την κατάσχεση ενασκείται δικαίωμα, για την δε ικανοποίησή του πρέπει να τηρηθεί η προβλεπόμενη στον ΚΠολΔ διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η δήλωση της τράπεζας σχετικά με την ύπαρξη της απαίτησης. ΑΠ 1022/2011, σελ. 488. 
ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ  
Η επικαρπία, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά κατά τη σύστασή της, είναι μεν αμεταβίβαστη, πλην όμως, και όταν δεν μεταβιβάζεται, επιτρέπεται αφενός η μεταβίβαση του δικαιώματος άσκησής της και αφετέρου μπορεί να καταστεί αντικείμενο υποθήκης, οπότε είναι επιτρεπτή η κατάσχεσή της από τον ενυπόθηκο δανειστή και η εκποίησή της κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. ΑΠ 276/2011, σελ. 491. 
ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Φύση και λειτουργία του κοινού λογαριασμού. Μεταξύ των καταθετών και της τράπεζας δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, η δε ανάληψη του ποσού της κατάθεσης από έναν εκ των συνδικαιούχων επιφέρει απόσβεση της απαίτησης καθενός από τους πλείονες καταθέτες έναντι της τράπεζας. ΑΠ 378/2011, σελ. 450. 
ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ  
Χρηματοπιστωτική κρίση, ενωσιακοί κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και ελληνικά μέτρα στήριξης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Μελέτη Β. Καραγιάννης, σελ. 29. 
ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΣΕ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ  
Ληξιπρόθεσμες οφειλές είτε λόγω δανείου είτε από αλληλόχρεο λογαριασμό. Ανώτατο ύψος τόκων που μπορούν να αναζητηθούν δυνάμει του άρθρου 30 Ν 2789/2000. Διαδικασία υπαγωγής σε ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών. ΑΠ 912/2011, σελ. 502. 
Νομική φύση της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας. Ο χρηματιστής στο πλαίσιο νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου σύμβασης διαχειρίσεως επενδυτικού χαρτοφυλακίου έχει τη συμβατική υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα του τα χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό του, εφόσον εκτέλεσε την μεμονωμένη παραγγελία ή αλλιώς, να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών. ΑΠ 657/2011, σελ. 473. 
ΜΕΤΟΧΕΣ  
Κατά την έννοια των ισχυουσών διατάξεων ο υπολογισμός, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, της πραγματικής αξίας πώλησης των μετοχών και κατ` ακολουθίαν του αναλογούντος στην οικεία συναλλαγή φόρου πρέπει να γίνει με βάση τις γενικές διατάξεις, κατά την περί αυτού αιτιολογημένη εκτίμηση της φορολογικής αρχής, αφού ληφθεί υπ` όψιν κάθε πρόσφορο κατά τους κανόνες της οικονομικής και λογιστικής επιστήμης στοιχείο για τον προσδιορισμό αυτό. ΣτΕ Ολ 737/2011, σελ. 329. 
Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 Ν 2238/1994, η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικά έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, αλλιώς η απόκτηση των μετοχών θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 Ν 2459/1997, κάθε άλλη αντίθετη, γενική ή ειδική ρύθμιση καταργείται. Η μη τήρηση του έγγραφου τύπου, ανεξαρτήτως αν προκαλεί ακυρότητα έναντι της φορολογικής αρχής, δεν έχει ως συνέπεια και την ακυρότητα της μεταβίβασης, αφού αυτή επήλθε με τη συμφωνία των μερών για τη μετάθεση της κυριότητας και την παράδοση των μετοχών ως κινητών πραγμάτων. ΕφΙωαν 40/2010, σελ. 169. 
Ο σκοπός, στον οποίο αποβλέπουν τα μέρη που εκδίδουν επιταγές ευκολίας είναι η απόκτηση (από το λήπτη) δυνατότητας πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων. Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής λ.χ. του πρώτου κομιστή), έτσι ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον. Τέτοιο σκοπό και προορισμό δεν δικαιολογεί η παραμονή των επιταγών στα χέρια του καθού η ανακοπή. ΑΠ 735/2011, σελ. 515. 
Οι συνομολογηθείσες ρήτρες περί ανατοκισμού σε συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν 2601/1998 εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, ο ανατοκισμός γίνεται αυτοδικαίως ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο. Συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και τράπεζας για τρίμηνο ανατοκισμό. Οι διατάξεις του ως άνω νόμου δεν επηρεάζουν τα όσα έχουν κριθεί, οποτεδήποτε, τελεσίδικα. ΑΠ 1647/2010, σελ. 117. 
Συμφωνία που καταρτίσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν 2601/1998 και προβλέπει τον ανατοκισμό για χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου είναι άκυρη ως αντίθετη σε αναγκαστικού δικαίου διάταξη (ΑΚ 174) και θεωρείται ισχύουσα για τον προβλεπόμενο στο νόμο εξάμηνο ανατοκισμό. Ο οφειλέτης σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι αναγνώρισε κονδύλια βάσει τρίμηνου ανατοκισμού (ΑΚ 873), μπορεί να αντιτάξει κατά του δανειστή το παράνομο ή το ανύπαρκτο της βασικής σχέσης και το αχρεώστητο της κύριας οφειλής. Ο υπολογισμός τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί 365, δεν είναι παράνομος. Ο σχετικός ισχυρισμός θα πρέπει να προσδιορίζει το ακριβές ποσό επιβάρυνσης της απαίτησης, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως αόριστος. ΕφΑθ 1778/2010, σελ. 122. 
ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΔΑΝΕΙΟ  
Εγγραφή προσημείωσης υποθήκης από τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων δανειστών στην ακίνητη περιουσία του εκδότη και των εγγυητών, ο οποίος, κατά τη διάρκεια ισχύος του δανείου, εκπροσωπεί τους ομολογιούχους έναντι του εκδότη και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων τους. Ελαττωμένη φερεγγυότητα των καθών, επικείμενος κίνδυνος για την απαίτηση των ομολογιούχων, ανάγκη διασφάλισης των συμφερόντων τους. ΜΠρΑθ 663/2011, σελ. 115. 
ΟΝΕ  
Το δίκαιο της ΟΝΕ μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Η εξέλιξη του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου ως πηγής του δικαίου της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Μελέτη Χρ. Γκόρτσος, σελ. 190. 
ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ  
Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα. ΑΠ 358/2011, σελ. 507. 
ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ  
Το νέο νoμοθετικό πλαίσιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα - Σύντομη επισκόπηση. Μελέτη Φ. Αθανασίου, σελ. 374. 
Χρηματοπιστωτική κρίση, ενωσιακοί κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και ελληνικά μέτρα στήριξης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Μελέτη Β. Καραγιάννης, σελ. 29. 
ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΑΡΤΑ  
Ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ μέσα σε χρονικό διάστημα δέκα λεπτών από την κλοπή της κάρτας μέχρι την ακύρωσή της. Η εναγομένη αρνείται να απαλλάξει τον ενάγοντα από την υποχρέωση καταβολής του συνολικού αναληφθέντος ποσού μετά νομίμων τόκων αυτού. Βαριά αμέλεια του ενάγοντος ως προς την διαρροή του ΡΙΝ του στο δράστη της κλοπής, καθώς βρισκόταν μαζί με την πιστωτική του κάρτα σημειωμένο σε χαρτί εντός της ίδιας τσάντας. ΕιρΑθ 4224/2010, σελ. 150. 
Αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως η αγωγή, αφού δεν αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα η ενάγουσα πραγματικά περιστατικά τέτοια, με βάση τα οποία να προκύπτει σε ποιες συγκεκριμένες παραλείψεις προέβη και ποιά συγκεκριμένα μέτρα έπρεπε να έχει λάβει και δεν έλαβε η εναγόμενη, ώστε το σύστημα λειτουργίας των καρτών αυτόματης συναλλαγής να λειτουργεί με επαρκή ασφάλεια, για να μη διαρρεύσει όπως ισχυρίζεται ότι διέρρευσε, από υπαιτιότητα της εναγομένης ο μυστικός αριθμός (PIN) της κάρτας της, καθώς και ποιους συγκεκριμένους όρους της μεταξύ τους σύμβασης σχετικά με την έκδοση και χρήση της κάρτας παρέβη η εναγόμενη και με ποιο τρόπο διέρρευσε το PIN της κάρτας της μέσα από την Τράπεζα της εναγομένης. ΕιρΑθ 865/2011, σελ. 310. 
ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ  
Ανακοπή αναγγελθέντος δανειστού, ο οποίος αμφισβητεί το ύψος των εξόδων εκτελέσεως, το οποίο αφήρεσε κατ' άρθρο 975 ΚΠολΔ ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υπέρ του επισπεύδοντος δανειστή. Το προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα ενεχύρου της ΑΤΕ όταν υπόκειται εκτέλεση επί των εις βάρος των οποίων υφίσταται το ενέχυρο καρπών, μηχανημάτων, εργαλείων κ.λπ., υπερισχύει της ρύθμισης των άρθρων 976 και 977 ΚΠολΔ. Οι απαιτήσεις της ΑΤΕ επί πλειστηριασμού οιουδήποτε από τα ως άνω κινητά, προηγούνται όλων των άλλων και των απαιτήσεων του Δημοσίου, πλην εκείνων που αφορούν έξοδα εκτέλεσης, ως προς τα οποία και μόνον με τη διάταξη του άρθρου 51 αρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ καταργήθηκε η σχετική προτίμηση. ΑΠ 347/2011, σελ. 490. 
Η εκκαθάριση και προαφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως αποτελεί διανομή πλειστηριάσματος, όπως και η κατάταξη των δανειστών, και προσβάλλεται μόνο με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ. ΕφΛαρ 52/2011, σελ. 497. 
Αναστολή πλειστηριασμών οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 200.000 ευρώ από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρίες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών μέχρι τις 31.12.2011 σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν 3986/2011. ΜΠρΚιλ 424/2011, σελ. 315. 
Αναστολή πλειστηριασμών οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 200.000 ευρώ από πιστωτικά ιδρύματα, εταιρίες παροχής πιστώσεων και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών μέχρι τις 31.12.2011 σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν 3986/2011. ΜΠρΡεθ 138/2011, σελ. 316. 
Διατυπώσεις δημοσιότητας αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης. Η δημοσίευση σε ημερήσια εφημερίδα πρωτεύουσας άλλης ευρύτερης περιφέρειας (νομού) δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό του νομοθέτη, αφού, ακόμη και αν επιτευχθεί μεγαλύτερη δημοσιότητα, αυτή θα αφορά πρόσωπα που κατά κανόνα δεν ενδιαφέρονται για πλειστηριασμό που γίνεται σε άλλη περιοχή. ΜΠρΑγρ 13/2011, σελ. 317. 
Η διάταξη του άρθρου 994 ΚΠολΔ αφορά, κατά τη σαφή έννοιά της, στην καθόλου παράλειψη των σχετικών διατυπώσεων, όχι δε και την περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της αντίστοιχης πράξης, ως ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού και για την ευδοκίμησή της απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Αν όμως δεν πρόκειται για ελάττωμα απλώς ή αταξία της προδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά για παντελή έλλειψη όλων ή μιας των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος για τη διενέργειά του και παρά την έλλειψη αυτή ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, τότε είναι άκυρος ανεξάρτητα από βλάβη και η ακυρότητά του κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Με ανυπαρξία επίδοσης περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου εξομοιώνεται και η επίδοσή της σε κατοικία διαφορετική από την πραγματική κατοικία αυτού που αφορά η επίδοση. 'Aγνοια του πλειστηριασμού για τον ενδιαφερόμενο και επομένως ακυρότητά του συνεπάγεται και η επίδοση σ' αυτόν περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, στην οποία ως χρόνος πλειστηριασμού αναγράφεται ημερομηνία διαφορετική και μάλιστα μεταγενέστερη από την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού. ΑΠ 8/2011, σελ. 154. 
ΠΟΛΥΜΕΡΕΙΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ  
Είναι δυνατή η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε επιχειρήσεις οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ΠΜΔ των χρηματιστηρίων αξιών, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν συνιστούν οργανωμένη αγορά και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση της παραγράφου 1 του άρθρου 65 του Ν 2362/1995. ΓνωμΝΣΚ 333/2011, σελ. 475. 
ΠΡΟΣΤΗΣΗ  
Ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα. ΑΠ 9/2011, σελ. 146. 
ΠΤΩΧΕΥΣΗ  
Η αρχή, που καθιερώνεται ρητά στο άρθρο 25 Ν 3588/2007, αφορά μόνο την απαγόρευση ενάσκησης ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων, επομένως δεν καταλαμβάνονται οι διεκδικητικές απαιτήσεις τρίτων για αντικείμενα της πτωχευτικής περιουσίας. Περαιτέρω, η επίπτωση της διαδικασίας της πτώχευσης στη σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης ρυθμίζεται ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 Ν 1665/1986, κατά την οποία, αν ο μισθωτής πτωχεύσει, λύεται η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και η εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης έχει δικαίωμα, χωρίς κανέναν περιορισμό, να αναλάβει το πράγμα. ΜΠρΑθ 3224/2011, σελ. 171. 
Η κήρυξη πτώχευσης ομόρρυθμης εταιρίας συνεπάγεται και την συμπτώχευση των εταίρων της, ωστόσο, η διαδικασία συνδιαλλαγής, προηγείται της πτωχευτικής διαδικασίας και δεν εντάσσεται στην τελευταία. Σκοπός αυτού του θεσμού πρόληψης της πτώχευσης, είναι η διάσωση της επιχείρησης και για το λόγο αυτό προβλέπεται και η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του φορέα της επιχείρησης. Στερείται νομίμου ερείσματος και δεν μπορεί να διαταχθεί παράλληλα και η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά των ομορρύθμων εταίρων της εταιρίας. Συνεπώς, το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής δεν ασκεί καμία επιρροή στην προσωπική ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων κατά των οποίων μπορούν να διενεργηθούν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. ΜΠρΘεσ 4768/2010, σελ. 170. 
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποδεικνύει οικονομική αδυναμία, χωρίς ωστόσο να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, μπορεί να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο να περιέλθει στη διαδικασία της συνδιαλλαγής και να οριστεί μεσολαβητής, ο οποίος επιλέγεται από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο μηνών, η οποία μπορεί να παραταθεί για διάστημα ενός μηνός, προκειμένου να ολοκληρώσει το έργο του. ΠΠρΑθ 395/2011, σελ. 332. 
ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ  
Οι προϋποθέσεις του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν 3259/2004, με το οποίο θεσπίζεται ειδική ρύθμιση σχετικά με τον υπολογισμό των οφειλών όσων είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, θα πρέπει να συντρέχουν κατά τη χορήγηση του δανείου, γιατί τότε καθορίζονται τα ειδικά χαρακτηριστικά της σύμβασης ως «αγροτικού δανείου», χωρίς να απαιτείται περαιτέρω η συνέχιση του αγροτικού επαγγέλματος. ΠΠρΠειρ 2361/2011, σελ. 337. 
ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ Ν 3816/2010  
Αίτηση περί υπαγωγής στις διατάξεις του Ν 3816/2010. Έκδοση διαταγής πληρωμής από την καθ' ης εντός της μηνιαίας προθεσμίας που είχε θέσει η τελευταία στους αιτούντες για την υποβολή αίτησης ρύθμισης των οφειλών τους. Καταχρηστικότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Αίτημα μη εμφάνισης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής και ανάκληση εγγραφείσας βάσει αυτής προσημείωσης υποθήκης. ΜΠρΚοζ 497/2011, σελ. 335. 
 
ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ  
Απόρριψη αίτησης για υπαγωγή στις διατάξεις του Ν 3869/2010 ως αόριστης επειδή ο αιτών δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησής του τις απαιτήσεις των πιστωτών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ούτε αναφέρεται με σαφήνεια ποια είναι η εργασιακή του κατάσταση και τα εισοδήματά του. Επιπλέον, δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο αίτηση προς το δικαστήριο περί ρύθμισης των οφειλών του, αλλά ο αιτών απευθύνεται στις πιστώτριες τράπεζες και ζητά να του απαντήσουν εγγράφως, εντός προθεσμίας 10 ημερών, εάν αποδέχονται το συμβιβασμό που προτείνει.ΕιρΑθ 20/Φ28/2011, σελ. 459. 
Δεν θεωρείται ότι ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν ήδη κατά την ανάληψη του χρέους αδυνατεί να το εξοφλήσει κατά το χρόνο λήξεως με βάση την εν γένει οικονομική του δυνατότητα. Ο δόλος πρέπει να αναφέρεται στο μετά την ανάληψη του χρέους διάστημα. ΕιρΧαλανδρίου 1/2011, σελ. 460. 
Έναρξη διαδικασίας εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την επιβολή κατάσχεσης και επίσπευσης πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από την πιστώτρια τράπεζα. Ενόψει του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν 3869/2010, καθίσταται καταχρηστική η συμπεριφορά της καθής, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, να συνεχίσει την εκτελεστική διαδικασία επισπεύδοντας πλειστηριασμό. ΜΠρΗρακλείου 2411/2011, σελ. 454. 
Η εγγύηση όταν δίνεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια, ή όταν ο τελευταίος έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση, για την οποία δόθηκε η εγγύηση, αποτελεί εμπορική πράξη και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή. Μη συνδρομή της ουσιαστικής προϋπόθεσης της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο της αιτούσας. ΕιρΑθ 54/2011, σελ. 464. 
Υποβολή αιτήματος εξαίρεσης της πρώτης κατοικίας από την εκποίηση μέχρι την καταβολή ποσοστού 15% της εμπορικής της αξίας. Δυνατότητα υπαγωγής στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 και μη ληξιπρόθεσμων οφειλών. ΕιρΘεσ 5106/2011, σελ. 462. 
Υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010. Δεν είναι έμπορος ο οικοδόμος που εργάζεται πάντοτε αυτοπροσώπως, παρέχοντας δηλαδή την προσωπική του εργασία, χωρίς να διατηρεί κάποια οργανωμένη επιχείρηση εγκατεστημένη σε συγκεκριμένο χώρο και ο οποίος δεν απασχολεί ο ίδιος εργατικό προσωπικό και δεν διαθέτει μηχανικές ή άλλες εγκαταστάσεις. ΜΠρΚαβ 745/2011, σελ. 456. 
Η αιτούσα δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησής της ότι προέβη σε προσπάθεια επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές της και ότι η εν λόγω προσπάθεια απέτυχε, οπότε εντός 6 μηνών από τη διαπίστωση της ανωτέρω αποτυχίας, προέβη στην υποβολή της κατ' άρθρο 4 του Ν 3869/2010 αίτησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είναι ομόρρυθμος εταίρος σε Ο.Ε., ασκεί εμπορική δραστηριότητα και ως εκ τούτου έχει πτωχευτική ικανότητα και δεν μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν 3869/2010. ΕιρΕλευσ 6/2011, σελ. 128. 
Η συμπεριφορά της τράπεζας να συνεχίσει τη διαδικασία εκτέλεσης επισπεύδοντας πλειστηριασμό, όταν ο οφειλέτης καταβάλλει προσπάθεια επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 Ν 3869/2010, κρίνεται ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. ΜΠρΑθ 7712/2010, σελ. 133. 
Μη συνδρομή στο πρόσωπο του αιτούντος των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 και του άρθρου 36 του Ν 3910/2011. Αίτηση αναστολής εκτέλεσης πλειστηριασμού ακινήτου. Σε περίπτωση που πρόκειται για πλειστηριασμό που ορίσθηκε με την αρχική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, η εξάμηνη κατ' άρθρο 1000 εδ. α' ΚΠολΔ προθεσμία αναστολής, αρχίζει από την επόμενη ημέρα του αρχικού πλειστηριασμού. Το επίδικο ακίνητο του οφειλέτη αποτελεί μεν την κατοικία του, ωστόσο, ο αιτών είναι κύριος και άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας στην ίδια οικοδομή, η δε σύζυγός του είναι κυρία ετέρας κατοικίας. Περαιτέρω, η καθής και επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό έχει περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και έχει υποβάλλει αίτηση συνδιαλλαγής. Ακύρως επισπεύδεται εις βάρος του αιτούντος η υπό κρίση αναγκαστική εκτέλεση. ΜΠρΑθ 1795/2011, σελ. 126. 
Στο πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 εντάσσεται και πρόσωπο που είχε κατά το παρελθόν την εμπορική ιδιότητα, ωστόσο, κατά το χρόνο που περιήλθε σε παύση πληρωμών είχε διακόψει κάθε εμπορική δραστηριότητα. Η μη πληρωμή απαιτήσεων που γεννήθηκαν προ της παύσης της εμπορίας δεν αρκεί για να κηρυχθεί σε πτώχευση, εάν δεν υφίσταται και παύση πληρωμών κατά το χρονικό σημείο παύσης της εμπορίας. Οφειλή εκπηγάζουσα από ακάλυπτη επιταγή δεν συνιστά χρέος που προέρχεται από αδικοπραξία που τελέστηκε με δόλο, εφόσον η καθ' ης επέλεξε να ασκήσει την αξίωσή της από την επιταγή, προβαίνοντας σε έκδοση διαταγής πληρωμής, κι όχι την αυτοτελή αξίωσή της από αδικοπραξία. ΜΠρΑθ 8340/2010, σελ. 131. 
Συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 19 του Ν 3869/2010, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 του Ν 3910/2011. ΕιρΚαρδ 1/2011, σελ. 130. 
Το γεγονός ότι η οφειλή της αιτούσας πηγάζει από τριτεγγύηση συναλλαγματικής δεν την καθιστά έμπορο και άρα έχουσα πτωχευτική ικανότητα, δεδομένου ότι η τριτεγγύηση συναλλαγματικής δεν αποτελεί εμπορική πράξη, αν δεν γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα. Η ιδιότητα της μετόχου, ακόμη και της αντιπροέδρου, ΑΕ, δεν προσδίδει στην αιτούσα την εμπορική ιδιότητα και ως εκ τούτου, δεν της στερεί το δικαίωμα να υπαχθεί στη ρύθμιση του ως άνω νόμου. Αναστολή πλειστηριασμού ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας. ΜΠρΑθ 7794/2010, σελ. 133. 
Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (Ν 3869/2010). Μελέτη Μ. Σταθόπουλος, σελ. 181. 
Νεότερες αντιλήψεις για την εμπορική ιδιότητα στο παράδειγμα του N 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Μελέτη Χρ. Λιβαδά, σελ. 204. 
Η κατάσταση περιουσίας και το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών μπορούν είτε να ενσωματωθούν στην αίτηση ρύθμισης, είτε να τη συνοδεύουν ως εξ υπαρχής συνημμένα έγγραφα, που κατατίθενται μαζί της και συμπληρώνουν παραδεκτά το περιεχόμενό της. Ο Ν 3869/2010 δεν προβλέπει ούτε το ελάχιστο περιεχόμενο του σχεδίου διευθέτησης, ούτε δικαστικό έλεγχο του περιεχομένου του, συνεπώς αυτό μπορεί να καθοριστεί ελεύθερα από τον οφειλέτη, παραδεκτά δε προτείνεται ακόμα και σχέδιο με μηδενικό περιεχόμενο. ΕιρΑθ 15/Φ1/2011, σελ. 281. 
Παραδεκτό της αίτησης. Απόρριψη ένστασης μη νομίμου επιδόσεως των περιεχομένων στο άρθρο 5 εγγράφων, ήτοι της κατάστασης υπάρχουσας περιουσίας και εισοδημάτων, καθώς και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, στους πιστωτές, δεδομένου ότι τα ανωτέρω στοιχεία αφενός περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως και αφετέρου τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται στον τηρούμενο στο Δικαστήριο φάκελο του οφειλέτη. Υπαγωγή στο Ν 3869/2010 και των μη ληξιπρόθεσμων οφειλών. Προϋπόθεση για την υπαγωγή και των μη ληξιπροθέσμων χρεών στη ρύθμιση είναι να το ζητήσει ή να μην έχει αντίρρηση ο οφειλέτης. Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη, ο οποίος στη συνέχεια αδυνατεί να αποπληρώσει. ΕιρΑθ 10/Φ9/2011, σελ. 284. 
Παραδεκτό της αίτησης. Απόρριψη ένστασης μη νομίμου επιδόσεως των περιεχομένων στο άρθρο 5 εγγράφων, ήτοι της κατάστασης υπάρχουσας περιουσίας και εισοδημάτων, καθώς και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, στους πιστωτές, δεδομένου ότι τα ανωτέρω στοιχεία αφενός περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως και αφετέρου τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται στον τηρούμενο στο Δικαστήριο φάκελο του οφειλέτη. Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη, ο οποίος στη συνέχεια αδυνατεί να αποπληρώσει. ΕιρΑθ 12/Φ18/2011, σελ. 287. 
Το αίτημα διάσωσης της κύριας κατοικίας του αιτούντος μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεσή του σε ορισμένη θέση ή σειρά, αρκεί μόνο να διατυπώνεται σαφώς. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3869/2010 επιβάλλεται στον οφειλέτη το καθήκον για ειλικρινή δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων. ΕιρΠατρ 2/2011, σελ. 272. 
Το αίτημα διάσωσης της κύριας κατοικίας του αιτούντος μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεσή του σε ορισμένη θέση ή σειρά, αρκεί μόνο να διατυπώνεται σαφώς. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Εφόσον για τα στεγαστικά δάνεια από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προβλέπεται με εδική διάταξη νόμου ο τρόπος εξόφλησής τους, δεν μπορεί να υπαχθούν στη ρύθμιση του Ν 3869/2010. ΕιρΠατρ 4/2011, σελ. 276. 
ΣΗΜΑ  
Στην περίπτωση του σύνθετου σήματος, αποτελούμενου από λέξεις και εικόνες, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομίμησής του, δημιουργικής κινδύνου σύγχυσης, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί καθένα από τα παραβαλλόμενα σήματα στο μέσο, μη έμπειρο άτομο του καταναλωτικού κοινού. ΜΠρΑθ 10938/2011, σελ. 519. 
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ  
Συγκρούσεις συμφερόντων κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών στο παράδειγμα των «αντιπαροχών». Μελέτη Έ. Κινινή, σελ. 362. 
ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΕΤΑΙΡΙΩΝ  
Από την καταχώριση στο Μ.Α.Ε. της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης εταιρίας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η δε απορροφούμενη εταιρία παύει να υπάρχει. ΑΠ 960/2011, σελ. 511. 
ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ (FACTORING)  
Η ισχύς της συμφωνίας για το ανεκχώρητο των απαιτήσεων αλληλόχρεου λογαριασμού στο πλαίσιο των συμβάσεων πρακτορείας και τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Μελέτη Δ. Ρούσσης, σελ. 383. 
ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ  
Ενιαύσια παραγραφή των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακή συναλλαγή. Αδικοπραξία από προστηθέντα υπάλληλο χρηματιστηριακής εταιρίας. Η αξίωση από την αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή και όχι στην ενιαύσια που αφορά τις αξιώσεις που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές. ΑΠ 1376/2011, σελ. 470. 
Η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες κυρίων χρηματιστηριακές συναλλαγές, όπως είναι η και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας που καταρτίζεται και εκτελείται μεταξύ του χρηματιστή και του πελάτη. Σύμβαση υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους. ΕφΑθ 2679/2011, σελ. 481. 
Ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των συμβαλλομένων, με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, επομένως και με έγγραφα και μάρτυρες και αν ακόμη ο χρηματιστής δεν έχει εκπληρώσει τις απορρέουσες από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία υποχρεώσεις του προς τήρηση των υπό του νόμου οριζομένων βιβλίων και έκδοση και παράδοση των κατά τα άνω απαιτούμενων στοιχείων. Η εκπλήρωση των τασσομένων από την χρηματιστηριακή νομοθεσία υποχρεώσεων, αφορά στις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση χρηματιστών και όχι στη σύμβαση παραγγελίας μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέως, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να συμφωνήσουν διαφορετικά, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων. ΑΠ 1/2011, σελ. 136. 
ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  
Για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μίας καταβολές, είτε τον συμψηφισμό περισσοτέρων της μίας ανταπαιτήσεων του ενισταμένου κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό. ΑΠ 960/2011, σελ. 511. 
ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ  
Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρε-σιών. Προϋποθέσεις καταβολής αποζημίωσης από αυτό. Καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες. ΑΠ 631/2011, σελ. 466. 
ΣΩΜΑΤΕΙΟ  
Δωρεά ακινήτου σε σωματείο υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Η περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο ίδρυμα, σωματείο οποιασδήποτε φύσεως, νομικό πρόσωπο κ.λπ., χωρίς να καθορίζεται ειδικότερος τρόπος για τη διοίκησή της, τότε μόνο αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται της υπόλοιπης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός και προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη. ΑΠ 249/2011, σελ. 311. 
SWIFT  
Δεν καλύπτονται από την προβλεπόμενη με την ως άνω Οδηγία απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών μηνυμάτων για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. ΔΕΕ υπόθ. C-350/10, απόφ. της 28.7.2011, σελ. 444. 
ΤΙΤΛΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ  
Οι τίτλοι αυτοί προσφέρουν στον επενδυτή τη δυνατότητα απόδοσης συνδεδεμένη με την πορεία συγκεκριμένου μετοχικού δείκτη και ειδικότερα, προσφέρουν τη δυνατότητα, στη λήξη της επένδυσης να λάβει ο επενδυτής, εκτός από το αρχικό του κεφάλαιο και υψηλή απόδοση συγκεκριμένου ποσοστού επί του ποσού της επένδυσης, με την προϋπόθεση ότι ο ως άνω δείκτης καθ'όλη τη διάρκεια της επένδυσης θα κυμαίνεται εντός κάποιων προκαθορισμένων ορίων. ΕιρΑθ 3076/2011, σελ. 486. 
ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  
Η ισχύς της συμφωνίας για το ανεκχώρητο των απαιτήσεων αλληλόχρεου λογαριασμού στο πλαίσιο των συμβάσεων πρακτορείας και τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Μελέτη Δ. Ρούσσης, σελ. 383. 
ΤΡΑΠΕΖΕΣ  
Η ληστεία που άγνωστο άτομο διέπραξε με την απειλή πυροβόλου όπλου σε βάρος υπαλλήλου της ήδη αναιρεσείουσας και ενώ αυτή βρισκόταν εντός του τραπεζικού υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης, αναμένοντας να καταθέσει στον τηρούμενο εκεί λογαριασμό όψεως της αναιρεσείουσας συγκεκριμένο ποσό, δεν συνδέεται με παράνομη παράλειψη των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης σε σχέση με ενέργεια επιβαλλόμενη είτε από το νόμο είτε από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και συνεπώς δεν θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της έναντι της αναιρεσείουσας, αφού ναι μεν δεν λειτουργούσε τότε το εγκατεστημένο από παλαιότερα στο ως άνω υποκατάστημά της σύστημα θυρών εισόδου-εξόδου υψηλής ασφάλειας, όμως η εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος αυτού δεν ήταν υποχρεωτική. ΑΠ 1629/2010, σελ. 167. 
ΤΡΑΠΕΖΕΣ  
Υποχρέωση της τράπεζας, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης η τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πλήρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου. Η τράπεζα μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει συνυπαιτιότητα του εκδότη σχετικά με τη φύλαξη του εντύπου της επιταγής και τον έλεγχο κινήσεώς της. Συνυπαιτιότητα του εκδότη, λόγω αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων του ως προς τη φύλαξη και τον έλεγχο κινήσεως της επίδικης επιταγής, καθώς και λόγω της παράλειψής του να ενημερώσει για την απώλειά της την τράπεζα. ΑΠ 254/2011, σελ. 267. 
ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ  
«Βασιλεία ΙΙΙ»: Η αναθεώρηση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία με στόχο την ενδυνάμωση της σταθερότητας του διεθνούς τραπεζικού συστήματος. Μελέτη Χρ. Γκόρτσος, σελ. 5. 
Υπαγωγή της πρωτοφειλέτριας σε διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται η διάθεση της περιουσίας της και δεν είναι δυνατή η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου. ΜΠρΘεσ 15240/2011, σελ. 334. 
TARGET2  
Το ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών TARGET2 και η υπηρεσία TARGET2 - Securities για το διακανονισμό τίτλων σε χρήμα κεντρικής τράπεζας. Μελέτη Χρ. Γκόρτσος/ Β. Παναγιωτίδης, σελ. 352. 
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΜΕΤΟΧΩΝ  
Κατά την έννοια των ισχυουσών διατάξεων ο υπολογισμός, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, της πραγματικής αξίας πώλησης των μετοχών και κατ` ακολουθίαν του αναλογούντος στην οικεία συναλλαγή φόρου πρέπει να γίνει με βάση τις γενικές διατάξεις, κατά την περί αυτού αιτιολογημένη εκτίμηση της φορολογικής αρχής, αφού ληφθεί υπ` όψιν κάθε πρόσφορο κατά τους κανόνες της οικονομικής και λογιστικής επιστήμης στοιχείο για τον προσδιορισμό αυτό. ΣτΕ Ολ 737/2011, σελ. 329. 
ΦΠΑ  
Δεν καλύπτονται από την προβλεπόμενη με την ως άνω Οδηγία απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών μηνυμάτων για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. ΔΕΕ υπόθ. C-350/10, απόφ. της 28.7.2011, σελ. 444. 
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ  
Churning μπορεί να διενεργήσει όχι μόνον ΕΠΕΥ, αλλά, κάθε πρόσωπο που εν τοις πράγμασι παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαροφυλακίου, εισπράττοντας αμοιβή για τη δραστηριότητα αυτή. ΕφΑθ 1778/2011, σελ. 299. 
Εκτίμηση του γεγονότος ότι η εταιρεία «*** ΑΕ» προέβη σε αυθημερόν δημοσίευση δελτίου τύπου σχετικά με την απόκτηση μετοχών, την οποία ακολούθησε σειρά δημοσιευμάτων στον τύπο. Επιδίκαση προστίμου ποσού εύλογου και ανάλογου προς τη σημασία της παράβασης. ΣτΕ 678/2011, σελ. 289. 
Σύμβαση λήψεως, διαβιβάσεως και εκτελέσεως εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών εταιρειών εισηγμένων στο Σ.Α.Τ. Ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και περιέλευσή της σε καθεστώς εκκαθάρισης. Προϋποθέσεις παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό. ΕφΑθ 116/2011, σελ. 295. 
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ  
Η αρχή, που καθιερώνεται ρητά στο άρθρο 25 Ν 3588/2007, αφορά μόνο την απαγόρευση ενάσκησης ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων, επομένως δεν καταλαμβάνονται οι διεκδικητικές απαιτήσεις τρίτων για αντικείμενα της πτωχευτικής περιουσίας. Περαιτέρω, η επίπτωση της διαδικασίας της πτώχευσης στη σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης ρυθμίζεται ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 Ν 1665/1986, κατά την οποία, αν ο μισθωτής πτωχεύσει, λύεται η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και η εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης έχει δικαίωμα, χωρίς κανέναν περιορισμό, να αναλάβει το πράγμα. ΜΠρΑθ 3224/2011, σελ. 171. 
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ  
Η Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών. Μελέτη Ξ. Αυλω-νίτης/Β. Παπαοικονόμου, σελ. 49. 
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών μέσα στο «Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας». Μελέτη Χρ. Γκόρτσος, σελ. 56. 
Η νέα μακρο-προληπτική επίβλεψη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μελέτη Χ. Παπαθανασίου/Γ. Ζάγουρας, σελ. 40. 
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ  
Χρηματοπιστωτική κρίση, ενωσιακοί κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και ελληνικά μέτρα στήριξης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Μελέτη Β. Καραγιάννης, σελ. 29. 
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  
Το πεδίο τομής μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου χρηματοπιστωτικού δικαίου. Μελέτη Γ. Καλλιμόπουλος, σελ. 349. 




Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.