ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΜΟΣ 2010

Περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς
  • Έκδοση: 2011
ΨΗΦΙΑΚΗ ΑΓΟΡΑ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΨΗΦΙΑΚΟ + ΕΝΤΥΠΟ
Για ψηφιακή έκδοση επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€95 Φυσικά πρόσωπα
€135 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ";
Για την έντυπη έκδοση επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€107.00 Φυσικά πρόσωπα
€147.00 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ
Για ψηφιακό και έντυπο επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€116 Φυσικά πρόσωπα
€160 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ

Περιγραφή


Το «Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο» αποτελεί τη νέα περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς. Φιλοδοξία του περιοδικού είναι να αναδεικνύει ουσιώδη ζητήματα που ανακύπτουν σε ολόκληρο το φάσμα του χρηματοπιστωτικού δικαίου, δημόσιου και ιδιωτικού, σε διεθνές, κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, να συμβάλλει κατά το δυνατόν περισσότερο στην επιστημονική τους επεξεργασία, να παρουσιάζει τη σχετική νομολογία και, ταυτόχρονα, να παρέχει την αναγκαία ενημέρωση για τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στον εν λόγω τομέα. Δημοσιεύονται επιστημονικά άρθρα, γνωμοδοτήσεις και δικαστικές αποφάσεις που άπτονται του χρηματοπιστωτικού δικαίου. Περιλαμβάνεται επίσης μια τακτική στήλη, στην οποία παρουσιάζονται συνοπτικά οι σημαντικές διεθνείς, κοινοτικές και εθνικές εξελίξεις του χρηματοπιστωτικού δικαίου, καθώς και κατάλογος επίκαιρων νομοθετημάτων. Πρόκειται για ένα χρήσιμο εργαλείο επιστημονικού αλλά και πρακτικού ενδιαφέροντος για όσους δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Σχετικά έργα


Περιεχόμενα


ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Φύση και λειτουργία της σύμβασης. Συνδυασμός με σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Καταχώριση εκατέρωθεν απαιτήσεων. Θεωρητική δυνατότητα αμφίδρομων αποστολών. Έννομες συνέπειες. ΜΠρΑθ 2464/2009 (παρατ. Δ. Ρούσσης), σελ. 71. 
Φύση και λειτουργία της σύμβασης. Δυνατότητα εκατέρωθεν χρεωπιστώσεων. Διαφορά από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ανεπίτρεπτος ανατοκισμός. Νομικός χαρακτηρισμός σύμβασης. Έννομες συνέπειες. ΜΠρΑθ 3085/2009 (παρατ. Δ. Ρούσσης), σελ. 73. 
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ  
Σύμβαση έργου με ασφαλιστικό σύμβουλο με αντικείμενο, αντί προμηθείας, την προσέλκυση πελατών για την αγορά μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων των εναγομένων εταιριών. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος προστηθείς των εναγόμενων εταιριών. ΑΠ 2016/2009, σελ. 85. 
Συμβάσεις στις οποίες, το ενδιαφέρον των μερών επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στο αποτέλεσμα της δραστηριότητας του αντισυμβαλλομένου (εν προκειμένω η έναντι αμοιβής εκ ποσοστού επί προμήθειας, προσέλκυση ασφαλιζομένων και μεριδούχων, αντίστοιχα), η οποία δραστηριότητα αναπτυσσόταν με απόλυτη πρωτοβουλία της παραγωγού, χωρίς αυτή να υπόκειται στον έλεγχο, τις οδηγίες, τη διεύθυνση ή την εποπτεία των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και γενικά χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία μορφή εξάρτησης, αποτελούν συμβάσεις μίσθωσης έργου. Στη μίσθωση έργου δεν υπάρχει σχέση πρόστησης, εκτός εάν ο εργοδότης επεφύλαξε υπέρ αυτού το δικαίωμα διεύθυνσης του έργου. ΑΠ 331/2010, σελ. 241. 
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ  
Η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή αποτελεί άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο. Η καταχρηστική όμως άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του άρθρου 914 ΑΚ, συνιστά αδικοπραξία. ΑΠ 1946/2009, σελ. 69. 
Αίτηση για την αναστολή διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, επί της αίτησης που προτίθενται να υποβάλλουν οι οφειλέτες στο αρμόδιο Δικαστήριο για ρύθμιση και απαλλαγή των χρεών τους, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν 3869/2010. Ο Ν 3869/2010 αφορά μη εμπόρους φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα και της προέλευσης του χρέους. Χρέη που προέρχονται από περιορισμένη σε έκταση επαγγελματική δραστηριότητα, που δεν προσδίδει στον οφειλέτη την εμπορική ιδιότητα, μπορούν ομοίως να υπαχθούν στη διαδικασία του εν λόγω νόμου. Δεν είναι νοητό να ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που να ζητεί την αναστολή με την πιθανολόγηση της ευδοκίμησης μίας αίτησης που ακόμη δεν έχει κοινοποιηθεί. Στις ρυθμίσεις του νόμου υπάγονται μόνο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και όχι το σύνολο της πίστωσης που έχει λάβει ο οφειλέτης. ΜΠρΒόλου 2202/2010, σελ. 260. 
Δεν επιτρέπεται άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδικάζουν ανακοπή του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι το δικάζον την εν λόγω αίτηση δικαστήριο εφαρμόζει τις διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων. Αν και η αίτηση του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν είναι γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, αποτελεί, όμως, ρυθμιστικό μέτρο της αναγκαστικής εκτέλεσης και εφαρμόζονται οι διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων. ΜΠρΑθ 1753/2010, σελ. 379. 
Περιεχόμενο δικογράφου ανακοπής. Αντικείμενο της κατά το άρθρο 979 ΚΠολΔ ασκούμενης ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης. Λόγοι ανακοπής και δανειστές έναντι των οποίων στρέφεται. Νομιμοποιούμενα σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως πρόσωπα (επισπεύδων, δανειστές που αναγγέλθηκαν και ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον). Θεμελίωση του έννομου συμφέροντος. Χαρακτήρας ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως. Αίτημα της ανακοπής. Ο ΚΠολΔ δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με την τύχη του, μετά τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως, εμφανιζόμενου ή απελευθερούμενου ποσού. ΜΠρΠειρ 5265/2010, σελ. 380. 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, που ισχύει και για τα ακίνητα, ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ' ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 Δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάζει τη διόρθωση της έκθεσης, ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιευθεί έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας. Μολονότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ασφαλιστικό μέτρο, αλλά για ρυθμιστικό μέτρο στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ απαιτεί ταχεία εκδίκαση ενόψει της φύσης της και του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού. Κατά συνέπεια, πρέπει να αποκλειστεί η άσκηση των ενδίκων μέσων στην περίπτωση αυτή. ΕφΑθ 4156/2007, σελ. 382. 
Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. ΜΠρΑθ 8340/2010, σελ. 383. 
Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. ΜΠρΑθ 8326/2010, σελ. 385. 
Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. ΜΠρΑθ 7794/2010, σελ. 387. 
Χρέη που προέρχονται από περιορισμένη σε έκταση επαγγελματική δραστηριότητα, που δεν προσδίδει στον οφειλέτη την εμπορική ιδιότητα, μπορούν ομοίως να υπαχθούν στη διαδικασία του Ν 3869/2010. Δεν νοείται αίτηση αναστολής με την πιθανολόγηση μιας αίτησης για ρύθμιση της οφειλής του που ακόμη δεν έχει υποβληθεί. Ο αιτών δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησής του, το αναγκαίο κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχείο για το ορισμένο της, ότι προέβη σε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του, ότι αυτή απέτυχε, οπότε μετά την παρέλευση εξαμήνου από τη διαπίστωση της αποτυχίας της προτίθεται να προβεί σε υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 του Ν 3869/2010. ΜΠρΤρικάλων 15/2011, σελ. 389. 
ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ  
Η ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν 2789/2000 είναι υποχρεωτική για τις τράπεζες, πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν καταλαμβάνει και τα ΝΠΔΔ, αφού εξαιρέθηκαν ρητά από αυτή οι οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, είτε προέρχονται από πρωτοφειλή ή εγγύηση. Ο εγγυητής ο οποίος ικανοποίησε το δανειστή δικαιούται να στραφεί με αγωγή κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να του πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στον δανειστή, μόνο αν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτού. ΑΠ 408/2010, σελ. 263. 
ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ  
Η αναμόρφωση του δικαίου των εισηγμένων εταιριών μετά την τροποποίηση του ΚΝ 2190/1920 με το Ν 3884/2010. Μελέτη Χρ. Ι. Ταρνανίδου, σελ. 154. 
ΑΧΕ  
Ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. ΑΠ 1761/2009, σελ. 82. 
ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ  
Στις περιπτώσεις χορηγήσεως των βιοτεχνικών δανείων, όταν τα δάνεια αυτά εξοφλούνται από τους πιστούχους κατά τους όρους της σχετικής συμβάσεως, με δόσεις, απαραίτητη προϋπόθεση, για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους) είναι, η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη τριών τουλάχιστον δόσεων χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια Τράπεζα να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, καθώς και τους οφειλόμενους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους, που αναλογούν στο ποσό αυτό, με μόνο τον περιορισμό, ότι οι τόκοι αυτοί δεν μπορούν να υπερβαίνουν κατ' ανώτατο όριο, τους τόκους δύο ετών από τη χρονολογία που έπαυσαν αυτοί να αποδίδονται. ΑΠ 1380/2010, σελ. 361. 
ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ  
Στάδια ελέγχου του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ. Έννοια καταχρηστικού και συνεπώς άκυρου ΓΟΣ. ΓΟΣ που αφορούν τη χρήση πιστωτικής κάρτας, την ευθύνη της τράπεζας σε περίπτωση απώλειας βιβλιαρίου καταθέσεων, τα έξοδα τήρησης και κινήσεων λογαριασμού με μέσο μηνιαίο υπόλοιπο μικρότερο από εκείνο που ορίζει η τράπεζα, τον τρόπο μεταβολής του ετήσιου ονομαστικού επιτοκίου, την επιβάρυνση του κατόχου κάρτας σε περίπτωση ανάληψης μετρητών από κατάστημα της Τράπεζας ή από ATM της ίδιας ή άλλης τράπεζας, τη χρέωση ακίνητων λογαριασμών καταθέσεων, την περίπτωση υπέρβασης του εκάστοτε ισχύοντος πιστωτικού ορίου κάρτας, τον υπολογισμό των επιτοκίων των καταθέσεων και την ευθύνη της τράπεζας σε περίπτωση μη γνήσιας υπογραφής σε δελτία ή εντολές πληρωμής. Καθορισμός χρηματικής ικανοποίησης. ΑΠ 652/2010, σελ. 101. 
ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  
Ανάκληση συναίνεσης του υποκειμένου περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Γνωμοδότηση Γ. Καλλιμόπουλος, σελ. 285. 
Προσωπικά δεδομένα και πιστοληπτική ικανότητα. Μελέτη Α. Χιωτέλλης, σελ. 302. 
Προσέγγιση μιας περίπτωσης ανεπίτρεπτης σύνδεσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Μελέτη Κ. Καραγιάννης, σελ. 311. 
Κινήσεις λογαριασμού καταθέσεων. 'Αρση τραπεζικού απορρήτου. Ποινική δίωξη. Περιεχόμενο εγγράφων. Αμέλεια τράπεζας. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης. Ανυπαρξία ηθικής βλάβης κατηγορουμένου-πελάτη τράπεζας. ΜΠρΑθ 1654/2010, σελ. 391. 
Η υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου δεν συνεπάγεται ούτε το ακατάσχετο, ούτε το ανεκχώρητο των σχετικών απαιτήσεων, που έχουν σε βάρος των αντισυμβαλλομένων τους οι τράπεζες. Εφόσον μεσολάβησε εγκύρως καταρτισθείσα σύμβαση εκχώρησης, η εκχωρήτρια είχε εκ του νόμου υποχρέωση να παράσχει στην εκδοχέα τις αναγκαίες πληροφορίες για την ενάσκηση της απαίτησής της και να της παραδώσει τα αποδεικτικά της απαίτησης έγγραφα, που βρίσκονταν στην κατοχή της χωρίς να στοιχειοθετείται, με την ενέργεια αυτή, παράβαση των διατάξεων περί υπηρεσιακού απορρήτου και επαγγελματικής εχεμύθειας, ούτε και παράβαση του Ν 2472/ 1997. Ομοίως, η εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, διά των πρώτου και τρίτου εξ αυτών, επεξεργασία των οικονομικών δεδομένων του ενάγοντος, είναι νόμιμη και χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου, καθόσον αφενός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ικανοποίηση της απαίτησής της και αφετέρου τέτοια συγκατάθεση δεν απαιτείται ούτε στην περίπτωση της διαβίβασης των οφειλών σε εισπρακτικές εταιρίες, πολλώ δε μάλλον στην περίπτωση της εκχώρησης. ΠΠρΘεσ 6657/2010, σελ. 394. 
ΔΗΜΟΣΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ  
Έννοια «δημόσιων υπόλογων» και «ελλείμματος». Ευθύνη υπολόγου σε περίπτωση που προκληθεί έλλειμμα από τις διαχειριστικές του ενέργειες, για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας αυτής τεκμαίρεται, πλην μαχητώς από πλευράς του υπολόγου. Στην προκειμένη περίπτωση η ενέργεια της αναιρεσείουσας Τράπεζας να πιστώσει με τα επίμαχα ποσά λογαριασμό, αρκούμενη σε προφορική διαβεβαίωση της γενόμενης εκχώρησης, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει έγγραφη αναγγελία αυτής, ναι μεν δεν είναι σύννομη, πλην όμως δεν αποτέλεσε αυτή καθαυτή την πρόσφορη αιτία δημιουργίας του επίμαχου ελλείμματος, το οποίο, αναγόμενο στην προαναφερθείσα αιτία, θα υπήρχε είτε πιστωνόταν η ίδια η φερόμενη ως δικαιούχος εταιρία, είτε ο εκδοχέας της βάσει έγγραφης αναγγελίας εκχωρήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα και αν δεν συνέτρεχε η προαναφερόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση των επίμαχων εντολών, δεν θα μπορούσε, καθώς καταδεικνύει η πορεία των πραγμάτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, να αποφευχθεί το επίδικο έλλειμμα, όπως δεν αποφεύχθηκε και το συνολικό έλλειμμα, στο οποίο αυτό εντάσσεται. Κατά συνέπεια η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ως άνω δύο περιπτώσεις εκτέλεσης εντολών μεταφοράς από την Τράπεζα, επί τη βάσει της ως άνω πλημμέλειας, δημιούργησαν το επίμαχο έλλειμμα είναι εσφαλμένη. Μειοψηφία εννέα (9) μελών της Ολομέλειας. ΕλΣυν Ολ 488/2010, σελ. 396. 
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ  
'Ανοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Προϋποθέσεις για την επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής. ΕφΑθ 1851/2010, σελ. 118. 
ΔΙΚΑΙΟ ΕΕ  
Μελέτη του Μνημονίου Συνεννόησης και της Δανειακής Σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και κρατών μελών της ευρωζώνης με σημείο αναφοράς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: διαπιστώσεις και κριτική. Μελέτη Μ. Περάκης, σελ. 160. 
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ  
Επί πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, η παρακράτηση από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο μέρους της αμοιβής που προκαταβάλλεται σε δικηγόρο για τη σύμπραξή του στις πράξεις αυτές, υπέρ του λειτουργούντος στον εν λόγω σύλλογο διανεμητικού λογαριασμού, συνιστά, όσον αφορά τον βαρυνόμενο με την καταβολή της αμοιβής του δικηγόρου, επιβάρυνση απαγορευόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 10 στοιχ. γ' της Οδηγίας 69/335/ΕΟΚ. ΔΕφΑθ 1760/2010, σελ. 266. 
ΕΓΓΥΗΣΗ  
Τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αυτός που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής αλλότριου χρέους ή αυτός που απέκτησε το ακίνητο βεβαρημένο με την υποθήκη, χωρίς όμως να διαδεχθεί και την οφειλή και ο οποίος, συνεπώς, δεν ευθύνεται ο ίδιος ενοχικώς, αλλά υπόκειται απλώς στην αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου του, για την πληρωμή του ξένου χρέους. Ως εκ τούτου ο εγγυητής, που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του για την εξασφάλιση της οφειλής του από την εγγύηση, δεν είναι τρίτος κύριος ή νομέας του ενυποθήκου, αφού η υποθήκη δεν ασφαλίζει την πληρωμή ξένου χρέους αλλά χρέους για το οποίο ενέχεται ο ίδιος προσωπικώς. 'Αρθρο 39 παρ. 1 του Ν 3259/2004. ΑΠ 411/2010, σελ. 225. 
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ  
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ισχυρισμός του οφειλέτη περί υπαγωγής της οφειλής του στις άνω διατάξεις περί επαναπροσδιορισμού της οφειλής εισάγει αμφισβήτηση ως προς το ύψος της απαίτησης, με την έννοια ότι κατά το επί πλέον του επιβαλλόμενου επαναπροσδιορισμού της απαίτησης η απαίτηση θεωρείται εκ του νόμου μερικώς (ή και ολικώς) αποσβεσθείσα και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να αποτελέσει και λόγο ανακοπής του οφειλέτη κατά των μεταγενεστέρων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, για το παραδεκτό όμως του οποίου απαιτείται κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ να προβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων, και όχι με την έφεση ή τις προτάσεις, ακόμη και αν είναι οψιγενής, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. ΑΠ 2193/2009, σελ. 112. 
ΕΞΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ  
Όροι εφαρμογής του ειδικού εξαγωγικού μειωμένου επιτοκίου για τις πάσης φύσεως χορηγήσεις των τραπεζών προς επιχειρήσεις που εξάγουν βιομηχανικά, βιοτεχνικά και μεταλλουργικά προϊόντα παραγόμενα στην Ελλάδα, έναντι ελευθέρου συναλλάγματος και ανεξαρτήτως χώρας προορισμού. Διαδικασία καταβολής της διαφοράς τόκων στους εξαγωγείς. Με την 1574/22.8.1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής καθιερώνεται ταχεία διαδικασία προσδιορισμού της καταβολής σε πρώτη φάση των ενισχύσεων των εξαγωγικών επιχειρήσεων χωρίς δικαιολογητικά. Η ρύθμιση όμως αυτή είναι προσωρινή, στηριζόμενη σε πλασματικά στοιχεία όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, και ολοκληρώνεται με την υποβολή των δικαιολογητικών, ώστε με βάση πλέον τα πραγματικά στοιχεία, να καθορίζεται το ακριβές ποσό της χρηματοδότησης την οποία δικαιούται να λάβει ο εξαγωγέας. Η Διοίκηση δεν μπορεί να προβεί σε έλεγχο των υποβληθέντων ως άνω δικαιολογητικών μετά την πάροδο 24 μηνών από την υποβολή αρμοδίως από τον εξαγωγέα των οικείων δικαιολογητικών, ασχέτως του αν αυτά είναι πλήρη ή ελλιπή, αξιώνοντας την μετά την πάροδό της προθεσμίας, επιστροφή της σχετικής διαφοράς τόκων. ΑΠ 1422/2010, σελ. 358. 
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ  
Η ρύθμιση των «αντιπαροχών» "inducements - kick backs" στο Δίκαιο των Επενδυτικών Υπηρεσιών. Μέρος Α': Το κανονιστικό πλαίσιο - Ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής. Μελέτη Α. Κουλορίδας, σελ. 25. 
Περιεχόμενο της εποπτικής αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Οι σχετικές διατάξεις έχουν μεν τεθεί κατ' αρχήν χάριν του γενικού συμφέροντος της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς που συναρτάται άμεσα με την εθνική οικονομία, σκοπούν, όμως, παραλλήλως και στην κατοχύρωση των συμφερόντων των μεμονωμένων επενδυτών να λαμβάνουν τις επενδυτικές αποφάσεις τους έπειτα από ορθή και επαρκή πληροφόρηση και να διεκπεραιώνονται οι συναλλαγές τους από αξιόπιστες και νομίμως λειτουργούσες επενδυτικές επιχειρήσεις. Αστική ευθύνη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν αποκλείεται σε περίπτωση παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων της. ΔΕφΑθ 1151/2010, σελ. 88. 
ΕΠΕΥ  
Η κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του Ν 2076/1992 παροχή δανείων προς τους πελάτες για αγορά μετοχών δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανείων, ούτε επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων η έλλειψη άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας. Εφαρμογή των περί εντολής διατάξεων. Η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. ΑΠ 1761/2009, σελ. 82. 
ΕΠΙΤΑΓΗ  
Μη ενημέρωση τραπεζικού λογαριασμού με τους δικαιοπρακτικούς τόκους συνεπεία της οποίας παρέμεινε ακάλυπτη εκδοθείσα επιταγή. Οι υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της εναγόμενης πέραν από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, δημιουργούν και υποχρέωση από αδικοπρακτική ευθύνη. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παραγραφή απαίτησης από αδικοπραξία. ΑΠ 347/2010, σελ. 243. 
Οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ' εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που, κατά το καταστατικό, τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Η κατά παράβαση των συμφωνηθέντων σε ιδιωτικό συμφωνητικό έκδοση επιταγής αφορά τις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις των μελών της Κοινοπραξίας και δεν μπορεί, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων, να αντιταχθεί κατά των τρίτων. Η μεταβίβαση τραπεζικής επιταγής με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, είναι νόμιμη και επιφέρει, πλην του νομιμοποιητικού και το κατ' άρθρο 18 του Ν 5960/1933 εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης, χωρίς να απαιτείται ο υπέρ ου η οπισθογράφηση να επικαλεσθεί και την υφιστάμενη μεταξύ αυτών και του οπισθογράφου εσωτερική σχέση. ΑΠ 241/2010, σελ. 248. 
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ (CEBS)  
Η μετεξέλιξη της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας ("CΕΒS") σε Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή ("EBA"). Μελέτη Χρ. Γκόρτσος, σελ. 5. 
 
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ  
Περιεχόμενο της εποπτικής αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Οι σχετικές διατάξεις έχουν μεν τεθεί κατ' αρχήν χάριν του γενικού συμφέροντος της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς που συναρτάται άμεσα με την εθνική οικονομία, σκοπούν, όμως, παραλλήλως και στην κατοχύρωση των συμφερόντων των μεμονωμένων επενδυτών να λαμβάνουν τις επενδυτικές αποφάσεις τους έπειτα από ορθή και επαρκή πληροφόρηση και να διεκπεραιώνονται οι συναλλαγές τους από αξιόπιστες και νομίμως λειτουργούσες επενδυτικές επιχειρήσεις. Αστική ευθύνη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν αποκλείεται σε περίπτωση παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων της. ΔΕφΑθ 1151/2010, σελ. 88. 
ΕΣΠΑ  
Η καθ' ης έχει επιλεγεί κατόπιν διαγωνισμού ως ένα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης στο πλαίσιο εφαρμογής του ΕΣΠΑ και έχει υπογράψει σύμβαση με το Υπουργείο Οικονομικών με αντικείμενο την εκ μέρους της ανάληψη καθηκόντων ως Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης Πράξεων Κρατικών Ενισχύσεων. Οι εταιρίες συμβούλων δεν έχουν αποκλειστεί από τη διαδικασία της συμβουλευτικής υποστήριξης στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ εξ αιτίας της συμμετοχής των Τραπεζών στη διαδικασία αυτή, καθόσον ένας υποψήφιος δικαιούχος του προγράμματος έχει την ευχέρεια να μη λάβει την υποστήριξη της Τράπεζας κατά το στάδιο της υποβολής της πρότασής του και να αποτανθεί σε μία εταιρία συμβούλων, η οποία αναλαμβάνει την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής. ΜΠρΑθ 966/2010, σελ. 274. 
ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ  
Τρόποι εταιρικής χρηματοδότησης (ιδίως η τιτλοποίηση) και η οικονομική κρίση. Μελέτη Γ. Λέκκας, σελ. 16. 
ΕΥΘΥΝΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ  
Απώλεια βιβλιαρίου καταθέσεων ταμιευτήριου. Αναλήψεις από μη δικαιούχο. Φυσιογνωμικός έλεγχος, έλεγχος ταυτοπροσωπίας, δείγμα υπογραφής. Αμέλεια προστηθέντων τράπεζας. Ισχύς απαλλακτικής ρήτρας ευθύνης τράπεζας. ΕιρΑθ 2709/2009, σελ. 78. 
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΡΧΗ (EBA)  
Η μετεξέλιξη της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας ("CΕΒS") σε Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή ("EBA"). Μελέτη Χρ. Γκόρτσος, σελ. 5. 
ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ  
Εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα στην Ελλάδα, κατάσχεση εις χείρας αυτής ως τρίτης, επιτρέπεται μόνον στο κατάστημα ή υποκατάστημα, όπου υφίσταται η κατάθεση ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεση. Ανυπόστατη η κατάσχεση που γίνεται όχι στο υποκατάστημα της τράπεζας όπου υφίσταται η κατάθεση του καθού η κατάσχεση αλλά στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας. Η υποβολή αρνητικής δήλωσης εκ μέρους της Τράπεζας ως τρίτης υπό την επίκληση του ανυπόστατου της κατάσχεσης δεν μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ διότι η ανυπόστατη κατάσχεση δεν καθίσταται υποστατή έστω και αν η πρότασή της είναι καταχρηστική. ΑΠ 1004/2010, σελ. 257. 
Η «ιδιωτική περιουσία» των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη «δημόσια περιουσία» είναι εκτός συναλλαγής και δε μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Ακατάσχετα είναι τα έσοδα των ΟΤΑ από τέλη καθαριότητας, περισυλλογής, αποκομιδής και διάθεσης απορριμμάτων, και φωτισμού, τα οποία ενοποιήθηκαν σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος, αν και δεν είναι καθεαυτό πράγματα ούτε συνεπώς εκτός συναλλαγής, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που εξαρτώνται από αντιπαροχή, ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα αυτών, που επιβάλλει να μη διατίθενται για άλλους σκοπούς τα έσοδα απ' αυτά παρά μόνο σε δαπάνες των αντίστοιχων υπηρεσιών. Η εξυπηρέτηση του δανείου των ΟΤΑ δεν επιτρέπεται να γίνεται από έσοδα που προέρχονται από εξειδικευμένες επιχορηγήσεις ή από τα ανταποδοτικά τέλη ή από το Τμήμα Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων που προορίζονται για επενδυτικές δραστηριότητες των ΟΤΑ. ΜΠρΧαλκίδας 996/2010, σελ. 259. 
Ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγεννημένη κατά τον χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου, δεδομένου ότι, μέχρις ότου προταθεί η δήλωση περί συμψηφισμού οι εκατέρωθεν απαιτήσεις υφίστανται παραλλήλως και μόνο με την πρόταση της δηλώσεως επέρχεται αναδρομικώς απόσβεση των απαιτήσεων αυτών, από τότε που συνυπήρξαν. ΑΠ 354/2010, σελ. 258. 
ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ  
Απώλεια βιβλιαρίου καταθέσεων ταμιευτήριου. Αναλήψεις από μη δικαιούχο. Φυσιογνωμικός έλεγχος, έλεγχος ταυτοπροσωπίας, δείγμα υπογραφής. Αμέλεια προστηθέντων τράπεζας. Ισχύς απαλλακτικής ρήτρας ευθύνης τράπεζας. ΕιρΑθ 2709/2009, σελ. 78. 
ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ  
Οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ' εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που, κατά το καταστατικό, τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Η κατά παράβαση των συμφωνηθέντων σε ιδιωτικό συμφωνητικό έκδοση επιταγής αφορά τις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις των μελών της Κοινοπραξίας και δεν μπορεί, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων, να αντιταχθεί κατά των τρίτων. Η μεταβίβαση τραπεζικής επιταγής με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, είναι νόμιμη και επιφέρει, πλην του νομιμοποιητικού και το κατ' άρθρο 18 του Ν 5960/1933 εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης, χωρίς να απαιτείται ο υπέρ ου η οπισθογράφηση να επικαλεσθεί και την υφιστάμενη μεταξύ αυτών και του οπισθογράφου εσωτερική σχέση. ΑΠ 241/2010, σελ. 248. 
ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή. Η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους. Οι μη αναλαβόντες όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση. Η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, καθώς αν η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης, ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό. ΑΠ 486/2010, σελ. 218. 
Από την κατάθεση των χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθένας από τους αναφερόμενους σ' αυτόν αποκτά δικαίωμα έναντι της τράπεζας για την απόδοση ολόκληρης της ποσότητας των χρημάτων, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, δεν έχει όμως το δικαίωμα μόνος, να εγγράψει στον κοινό λογαριασμό τρίτο πρόσωπο ως συνδικαιούχο, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνδικαιούχων, διότι άλλως καταστρατηγούνται τα δικαιώματά τους, δεδομένου ότι ο συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού έχει ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα στο χρηματικό ποσό της καταθέσεως που μόνο με τη θέλησή του μπορεί να χάσει, με την είσοδο δε εν αγνοία του και άλλου συνδικαιούχου μειώνεται χωρίς τη συναίνεσή του το ποσοστό της συμμετοχής του στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού με βάση την εσωτερική σχέση. Τρόπος και μορφή εκδηλώσεως της συναίνεσης για τον ορισμό συνδικαιούχου σε κοινό λογαριασμό. ΑΠ 1257/2010, σελ. 357. 
ΜΝΗΜΟΝΙΟ  
Μελέτη του Μνημονίου Συνεννόησης και της Δανειακής Σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και κρατών μελών της ευρωζώνης με σημείο αναφοράς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: διαπιστώσεις και κριτική. Μελέτη Μ. Περάκης, σελ. 160. 
ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΔΑΝΕΙΑ  
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν 3156/2003, για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή για την άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώρηση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11, καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό ευρώ, αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Από την λογική ακολουθία, την γραμματική διατύπωση, αλλά και την συστηματική ένταξη και τελολογική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής τόσο στα ομολογιακά δάνεια των άρθρων 6, 7, 8 και 9, όσο και στις τιτλοποιήσεις απαιτήσεων των άρθρων 10 και 11 (από ακίνητα). Εξάλλου, από τη γραμματική διατύπωση του Ν 3156/2003, προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτού του νόμου, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 14 παρ. 2 περί φορολογικών απαλλαγών, εφαρμόζονται και επί ομολογιακών δανείων, που καλύπτονται από έναν και μόνον ομολογιούχο δανειστή ή έχει εκδοθεί μία ομολογία, υπό την προϋπόθεση ότι η ομολογία διατηρεί τον αξιογραφικό της χαρακτήρα. ΜΠρΑθ 423/2010, σελ. 220. 
ΟΤΑ  
Η «ιδιωτική περιουσία» των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη «δημόσια περιουσία» είναι εκτός συναλλαγής και δε μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Ακατάσχετα είναι τα έσοδα των ΟΤΑ από τέλη καθαριότητας, περισυλλογής, αποκομιδής και διάθεσης απορριμμάτων, και φωτισμού, τα οποία ενοποιήθηκαν σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος, αν και δεν είναι καθεαυτό πράγματα ούτε συνεπώς εκτός συναλλαγής, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που εξαρτώνται από αντιπαροχή, ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα αυτών, που επιβάλλει να μη διατίθενται για άλλους σκοπούς τα έσοδα απ' αυτά παρά μόνο σε δαπάνες των αντίστοιχων υπηρεσιών. Η εξυπηρέτηση του δανείου των ΟΤΑ δεν επιτρέπεται να γίνεται από έσοδα που προέρχονται από εξειδικευμένες επιχορηγήσεις ή από τα ανταποδοτικά τέλη ή από το Τμήμα Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων που προορίζονται για επενδυτικές δραστηριότητες των ΟΤΑ. ΜΠρΧαλκίδας 996/2010, σελ. 259. 
ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ  
Προσωπικά δεδομένα και πιστοληπτική ικανότητα. Μελέτη Α. Χιωτέλλης, σελ. 302. 
Προσέγγιση μιας περίπτωσης ανεπίτρεπτης σύνδεσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Μελέτη Κ. Καραγιάννης, σελ. 311. 
ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΑΡΤΑ  
Γνωστοποίηση της απώλειας της κάρτας με παρέλευση τριών ημερών από τότε που η ενάγουσα έλαβε γνώση αυτής. Η ΚΥΑ Ζ1-178/2001 ρητά προβλέπει ότι σε περίπτωση βαρείας αμέλειας του κατόχου ως προς τη φύλαξη της κάρτας του, ο τελευταίος ευθύνεται απεριόριστα για τις συναλλαγές που έγι­ναν με την κάρτα μέχρι τη δήλωση της απώλειας στον εκδότη της κάρτας. Χωρίς την άμεση γνωστοποίηση του γεγονότος της κλοπής, η εναγομένη τράπεζα δεν μπορεί να ακυρώσει την πι­στωτική κάρτα, ώστε να αποφευχθούν ή να περιοριστούν οι κίνδυνοι χρήσης της κάρτας από μη δικαιούμενα προς τούτο πρόσωπα. ΕιρΑθ 684/2008, σελ. 256. 
Η μεταξύ του εκδότη της κάρτας και του κατόχου σχέση κατά την περί τούτου βούληση των μερών χαρακτηρίζεται ως έμμισθη εντολή. Σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εκδότη και κατόχου της κάρτας, η οποία επιβάλλει στον τελευταίο υποχρέωση αυξημένης επιμέλειας, ώστε να ευθύνεται προσθέτως για κάθε αντισυμβατική ή παράνομη χρήση της. Αν ο κάτοχος της κάρτας με υπαίτια βραδύτητα παραλείψει την άμεση προς την τράπεζα αναγγελία της κλοπής ή απώλειας της κάρτας, τότε είναι επιτρεπτή με ΓΟΣ η πλήρης μετακύλιση σ' αυτόν του κινδύνου που προέρχεται από την ανεπίτρεπτη από τρίτο, συνήθως με πλαστογραφία της υπογραφής του κατόχου, χρήση της κάρτας. ΜΠρΑθ 634/2010, σελ. 253. 
Πραγματοποίηση αγορών με πιστωτική κάρτα, οι οποίες ήταν προϊόν εξαπάτησης από υπάλληλο καταστήματος. Έλλειψη αδικοπραξίας της τράπεζας και των προστηθέντων υπαλλήλων της. Αδικοπρακτική ευθύνη της υπαλλήλου του καταστήματος. ΕιρΑθ 3305/2009, σελ. 223. 
Νομική φύση και περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ του εκδότη της πιστωτικής κάρτας και του κατόχου αυτής. Αν ο κάτοχος της κάρτας με υπαίτια βραδύτητα παραλείψει προς την τράπεζα-εκδότρια αναγγελία της κλοπής ή απώλειας της κάρτας, τότε είναι επιτρεπτή με ΓΟΣ η πλήρης μετακύλιση σ'αυτόν του κινδύνου που προέρχεται από την ανεπίτρεπτη από τρίτο, συνήθως με πλαστογραφία της υπογραφής του κατόχου, χρήση της κάρτας. Ο νόμιμος κάτοχος της κάρτας έχει τη δυνατότητα και οφείλει λαμβάνοντας τα κατάλληλα εκ των περιστάσεων μέτρα, να την εξασφαλίσει έναντι του κινδύνου κλοπής ή απώλειας και σε πε­ρίπτωση απώλειας ή κλοπής της να αποφύγει περαιτέρω δυ­σμενή αποτελέσματα λαμβάνοντας γνώση των γεγονότων αυ­τών και προβαίνοντας σε αναγγελία προς την τράπεζα άνευ υπαίτιας βραδύτητας. Η οικονομική συνάφεια της συ­ναλλαγής μεταξύ της επιχείρησης και του κατόχου με τη σχέση μεταξύ της επιχείρησης και του εκδότη της κάρτας (εφόσον υ­φίσταται τέτοια) δεν συνεπάγεται και την κοινή νομική τους αντι­μετώπιση, αφού πρόκειται για νομικά ανεξάρτητες σχέσεις. Έ­τσι ο εκδότης πιστωτικής κάρτας δεν δύναται να υπέχει ευθύνη έναντι του πελά­τη, για τις ενέργειες/παραλείψεις των επιχειρήσεων που απο­δέχονται την κάρτα. ΕιρΑθ 1104/2009, σελ. 377. 
ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΑΤΕ  
Η εκ μέρους της εναγομένης εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου του ενάγοντος έγινε βάσει δικαιώματος που είχε αυτή από τη μεταξύ τους σύμβαση, αλλά και βάσει του άρθρου 12 του Ν 4332/1929, το οποίο δίνει το δικαίωμα στην εναγομένη τράπεζα να εγγράψει υποθήκη επί ακινήτου των οφειλετών της προς ασφάλεια οποιασδήποτε απαιτήσεώς της και αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος. ΑΠ 1946/2009, σελ. 69. 
Μονομερής εγγραφή υποθήκης. Μετατροπή της τράπεζας σε ανώνυμη εταιρία. Ισχύς προνομίου. Συνταγματικότητα άρθρου 12 Ν 4332/1929. Μη προσβολή της αρχής της ισότητας. Συμβατό προνομίου με αρχές ΕΣΔΑ. ΑΠ 360/2010, σελ. 120. 
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ  
Ο ρόλος των κανονιστικών διατάξεων κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας τραπεζικού όρου συναλλαγών. Σκέψεις με αφορμή την ΑΠ 652/2010. Μελέτη Π. Δασμάνογλου, σελ. 147. 
Συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές. Ρήτρες που καθορίζουν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως. Δικαστικός έλεγχος του καταχρηστικού τους χαρακτήρα. Αποκλείεται. Αυστηρότερες εθνικές διατάξεις προς εξασφάλιση μεγαλύτερης προστασίας του καταναλωτή. ΔΕΕ Υπόθ. C-484/08, απόφ. της 3.6.2010, σελ. 213. 
Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμο στοιχείο ή μέγεθος της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείει στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Οι όροι που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και το κύριο αντικείμενο της σύμβασης δεν υπόκεινται κατ' αρχήν σε έλεγχο από άποψη καταχρηστικότητας, κατ' άρθρο 2 του Ν 2251/1994, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας. ΕφΘεσ 312/2010, σελ. 250. 
ΓΟΣ που προβλέπει ότι η ανάληψη μετρητών στο εσωτερικό και εξωτερικό υπόκειται σε διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα για τη διεκπεραίωση της συναλ­λαγής, την ηλεκτρονική διαπραγμάτευση και επεξεργασία της αλλά και λόγω της διαμεσολάβησης τρίτων φορέων και εάν η ανάληψη μετρητών πραγματοποιείται από ATM άλλων Τραπεζών, το ποσό των εξόδων ανέρχεται (από Ιούλιο 2007) σε 9 ευρώ ανά ανάληψη λόγω της διαμεσο­λάβησης τρίτων φορέων. Η εναγομένη εταιρεία, που δεν διαθέτει υποκαταστήματα και Α.Τ.Μ., συνεργάζεται με τράπεζες, από τα Α.Τ.Μ. των οποίων οι κάτοχοι της κάρτας κάνουν αναλήψεις μετρητών και για την παροχή της δυνατότητας χρησιμοποίησης αυτών, η εναγομένη καταβάλλει το ανάλογο συμφωνημένο κόστος. Το σύστημα αυτό συνεπάγεται λειτουργικό κόστος για την εναγομένη, αφού εμπλέκει και τρίτους φορείς που ενεργούν έναντι αμοιβής. Ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας επωμίζεται την καταβολή του παραπάνω ποσού γιατί υπάρχει αντίστοιχο κόστος με το οποίο επιβαρύνεται η εναγομένη. Το ποσό της επι­βάρυνσης είναι ορισμένο εξ αρχής και δικαιολογημένο. Επομένως ο όρος αυτός δεν είναι αντίθετος στη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου Ν 2251/1994. ΕιρΑθ 3312/2009, σελ. 376. 
Νομική φύση και περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ του εκδότη της πιστωτικής κάρτας και του κατόχου αυτής. Αν ο κάτοχος της κάρτας με υπαίτια βραδύτητα παραλείψει προς την τράπεζα-εκδότρια αναγγελία της κλοπής ή απώλειας της κάρτας, τότε είναι επιτρεπτή με ΓΟΣ η πλήρης μετακύλιση σ'αυτόν του κινδύνου που προέρχεται από την ανεπίτρεπτη από τρίτο, συνήθως με πλαστογραφία της υπογραφής του κατόχου, χρήση της κάρτας. Ο νόμιμος κάτοχος της κάρτας έχει τη δυνατότητα και οφείλει λαμβάνοντας τα κατάλληλα εκ των περιστάσεων μέτρα, να την εξασφαλίσει έναντι του κινδύνου κλοπής ή απώλειας και σε πε­ρίπτωση απώλειας ή κλοπής της να αποφύγει περαιτέρω δυ­σμενή αποτελέσματα λαμβάνοντας γνώση των γεγονότων αυ­τών και προβαίνοντας σε αναγγελία προς την τράπεζα άνευ υπαίτιας βραδύτητας. Η οικονομική συνάφεια της συ­ναλλαγής μεταξύ της επιχείρησης και του κατόχου με τη σχέση μεταξύ της επιχείρησης και του εκδότη της κάρτας (εφόσον υ­φίσταται τέτοια) δεν συνεπάγεται και την κοινή νομική τους αντι­μετώπιση, αφού πρόκειται για νομικά ανεξάρτητες σχέσεις. Έ­τσι ο εκδότης πιστωτικής κάρτας δεν δύναται να υπέχει ευθύνη έναντι του πελά­τη, για τις ενέργειες/παραλείψεις των επιχειρήσεων που απο­δέχονται την κάρτα. ΕιρΑθ 1104/2009, σελ. 377. 
ΠΤΩΧΕΥΣΗ  
'Ανοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Προϋποθέσεις για την επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής. ΕφΑθ 1851/2010, σελ. 118. 
Η πτώχευση του μισθωτή επιφέρει, κατά ρητή επιταγή του νόμου, την λύση της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης χωρίς μάλιστα να απαιτείται και καταγγελία. Η συμφωνία που προβλέπεται κατά τη διάταξη του άρθρου 44 του Ν 1892/1990 αποτελεί ενοχική σύμβαση και μάλιστα μορφή συμβιβασμού. Απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και όχι η αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων που διατάσσουν την απόδοση μισθίου κινητού ή ακινήτου που εξακολουθεί να κατέχει η υπό εκκαθάριση επιχείρηση μετά την κατόπιν καταγγελίας λύση της μισθώσεως (συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδοτικής μισθώσεως). Ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας, που κατήργησε την ευεργετική ρύθμιση του άρθρου 44 του Ν 1892/1990, προβλέπει ρητώς ότι εφόσον ο πτωχός (οφειλέτης) είχε αγοράσει πράγμα κινητό με επιφύλαξη κυριότητας του πωλητή, η πτώχευση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του πωλητή (κυρίου) που απορρέουν από την επιφύλαξη. ΠΠρΑθ 3808/2009, σελ. 270. 
Προϋπόθεση για την πτώχευση εμπόρου που έπαυσε την εμπορία του είναι η παύση της εμπορίας να έγινε μέσα στο χρόνο της παύσεως των πληρωμών του και ο τελευταίος να ανάγεται στο χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε την εμπορική ιδιότητα. Η μη πληρωμή χρεών που ήταν προγενέστερα της παύσης της εμπορίας δεν αρκεί για να κηρυχθεί σε πτώχευση, εάν δεν υπάρχει και παύση των πληρωμών κατά το χρόνο παύσης της εμπορίας. Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. ΜΠρΑθ 8340/2010, σελ. 383. 
Φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα (δημόσιος υπάλληλος-νοσηλεύτρια). Το γεγονός ότι η οφειλή της πηγάζει από τριτεγγύηση συναλλαγματικής, υπέρ της πληρώτριας αυτής και αποδέκτριας ανώνυμης εταιρίας, δεν καθιστά αυτήν έμπορο, δεδομένου ότι η τριτεγγύηση συναλλαγματικής δεν αποτελεί εμπορική πράξη, αν δεν γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα, ούτε εξάλλου αποκτά την εμπορική ιδιότητα με τη συμμετοχή της ως μετόχου στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία, ακόμη και με την ιδιότητά της ως αντιπροέδρου του ΔΣ της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας. ΜΠρΑθ 7794/2010, σελ. 387. 
'Αρθρο 100 ΠτΚ. Έργο μεσολαβητή. Σύμπραξη πλειοψηφίας πιστωτών. Διετής ισχύς όρων συμφωνίας συνδιαλλαγής. Διάκριση συμβληθέντων και συμβληθέντων πιστωτών. Επικύρωση συμφωνίας. Πέρας διαδικασίας συνδιαλλαγής. ΕφΑθ 1851/2010, σελ. 407. 
ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ  
Η εξαίρεση της κύριας ή της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του N 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Μελέτη Γ. Δέλλιος, σελ. 296. 
Προϋπόθεση για την πτώχευση εμπόρου που έπαυσε την εμπορία του είναι η παύση της εμπορίας να έγινε μέσα στο χρόνο της παύσεως των πληρωμών του και ο τελευταίος να ανάγεται στο χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε την εμπορική ιδιότητα. Η μη πληρωμή χρεών που ήταν προγενέστερα της παύσης της εμπορίας δεν αρκεί για να κηρυχθεί σε πτώχευση, εάν δεν υπάρχει και παύση των πληρωμών κατά το χρόνο παύσης της εμπορίας. Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. ΜΠρΑθ 8340/2010, σελ. 383. 
Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. ΜΠρΑθ 8326/2010, σελ. 385. 
Ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του. Συνδρομή προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν 3869/2010. Φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα (δημόσιος υπάλληλος-νοσηλεύτρια). Το γεγονός ότι η οφειλή της πηγάζει από τριτεγγύηση συναλλαγματικής, υπέρ της πληρώτριας αυτής και αποδέκτριας ανώνυμης εταιρίας, δεν καθιστά αυτήν έμπορο, δεδομένου ότι η τριτεγγύηση συναλλαγματικής δεν αποτελεί εμπορική πράξη, αν δεν γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα, ούτε εξάλλου αποκτά την εμπορική ιδιότητα με τη συμμετοχή της ως μετόχου στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία, ακόμη και με την ιδιότητά της ως αντιπροέδρου του ΔΣ της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας. ΜΠρΑθ 7794/2010, σελ. 387. 
Χρέη που προέρχονται από περιορισμένη σε έκταση επαγγελματική δραστηριότητα, που δεν προσδίδει στον οφειλέτη την εμπορική ιδιότητα, μπορούν ομοίως να υπαχθούν στη διαδικασία του Ν 3869/2010. Δεν νοείται αίτηση αναστολής με την πιθανολόγηση μιας αίτησης για ρύθμιση της οφειλής του που ακόμη δεν έχει υποβληθεί. Ο αιτών δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησής του, το αναγκαίο κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχείο για το ορισμένο της, ότι προέβη σε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του, ότι αυτή απέτυχε, οπότε μετά την παρέλευση εξαμήνου από τη διαπίστωση της αποτυχίας της προτίθεται να προβεί σε υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 του Ν 3869/2010. ΜΠρΤρικάλων 15/2011, σελ. 389. 
ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ  
Το κριτήριο διαχωρισμού της σύμβασης έργου από τη σύμβαση μίσθωσης δικαιώματος συνίσταται στο ότι, αν σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης, την πραγματοποίηση του αποτελέσματος αναλαμβάνει αυτός που διαθέτει το δικαίωμα, ο οποίος διατηρεί για αυτόν το λόγο και τη φυσική εξουσίαση και τη διεύθυνση του χειρισμού του, τότε πρόκειται για μίσθωση έργου. Αντίθετα, όταν αυτός που διαθέτει το δικαίωμα περιορίζεται στο να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου του, μόνο τη χρήση αυτού, πρόκειται για μίσθωση δικαιώματος. Ο χαρακτήρας της σύμβασης ως μίσθωσης δικαιώματος, δεν αλλοιώνεται από το ότι αυτός που διαθέτει το δικαίωμα προβαίνει και στον χειρισμό του δικαιώματος με τη βοήθεια του κατάλληλου προσωπικού, υπό την προϋπόθεση ότι την ευθύνη για την επέλευση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος φέρει ο προς όν η διάθεση του δικαιώματος. Παρεπόμενες συμβάσεις είναι οι συμβάσεις των οποίων η ύπαρξη και η ισχύς εξαρτάται από την ύπαρξη και ισχύ της κύριας σύμβασης ή γενικότερα της ενοχικής σχέσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Δεν απαιτείται για το κύρος των παρεπόμενων συμβάσεων να είναι αυτές της ίδιας νομικής φύσης με τις κύριες συμβάσεις. ΑΠ 1235/2010, σελ. 405. 
ΣΥΜΒΑΣΗ FACTORING  
Έννοια και περιεχόμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring. Έγγραφος συστατικός τύπος. Σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή. Μορφές σύμβασης factoring. Γνήσιο factoring. Δυνατότητα προτάσεως από τον οφειλέτη κατά του εκδοχέα σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεώς του που στρέφεται κατά του εκχωρητή. Επί πρωτότυπης κτήσεως αρκεί κατά τον χρόνο της αναγγελίας να υπήρχε ο νομικός λόγος, η νομική βάση, από την οποία προέρχεται η ανταπαίτηση, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την πραγματοποίησή της, επήλθαν μεταγενέστερα. Αντίθετα, αν ο οφειλέτης αποκτά την ανταπαίτηση με παράγωγο τρόπο πρέπει να έχει γεννηθεί πριν από την αναγγελία της εκχωρήσεως και η πριν από την αναγγελία γεννηθείσα ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του εκχωρητή πρέπει να γίνει ληξιπρόθεσμη είτε ήδη κατά την αναγγελία είτε με την αναγγελία, το αργότερο όμως ταυτόχρονα με την εκχωρηθείσα κύρια απαίτηση. Αντικείμενο εκχωρήσεως μπορούν όμως να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις υπό στενή έννοια ή πλήρως μελλοντικές απαιτήσεις, των οποίων ούτε ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την εκχώρηση, όπως τούτο συμβαίνει επί συμβάσεως πρακτορείας επιχειρήσεων μελλοντικών ανταπαιτήσεων. Και στην προεκχώρηση ο οφειλέτης μπορεί να συμψηφίσει μόνο με ανταπαιτήσεις, που γεννήθηκαν πριν από την αναγγελία. ΑΠ 880/2010 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης), σελ. 399. 
ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ  
Το κριτήριο διαχωρισμού της σύμβασης έργου από τη σύμβαση μίσθωσης δικαιώματος συνίσταται στο ότι, αν σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης, την πραγματοποίηση του αποτελέσματος αναλαμβάνει αυτός που διαθέτει το δικαίωμα, ο οποίος διατηρεί για αυτόν το λόγο και τη φυσική εξουσίαση και τη διεύθυνση του χειρισμού του, τότε πρόκειται για μίσθωση έργου. Αντίθετα, όταν αυτός που διαθέτει το δικαίωμα περιορίζεται στο να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου του, μόνο τη χρήση αυτού, πρόκειται για μίσθωση δικαιώματος. Ο χαρακτήρας της σύμβασης ως μίσθωσης δικαιώματος, δεν αλλοιώνεται από το ότι αυτός που διαθέτει το δικαίωμα προβαίνει και στον χειρισμό του δικαιώματος με τη βοήθεια του κατάλληλου προσωπικού, υπό την προϋπόθεση ότι την ευθύνη για την επέλευση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος φέρει ο προς όν η διάθεση του δικαιώματος. Παρεπόμενες συμβάσεις είναι οι συμβάσεις των οποίων η ύπαρξη και η ισχύς εξαρτάται από την ύπαρξη και ισχύ της κύριας σύμβασης ή γενικότερα της ενοχικής σχέσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Δεν απαιτείται για το κύρος των παρεπόμενων συμβάσεων να είναι αυτές της ίδιας νομικής φύσης με τις κύριες συμβάσεις. ΑΠ 1235/2010, σελ. 405. 
ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ  
Η σύμβαση προθεσμιακής αγοράς συναλλάγματος (αγορά συναλλάγματος με προκαθοριζόμενη τιμή μονάδας σε προκαθοριζόμενη ημερομηνία) δεν μπορεί να δεσμεύει μόνο το ένα μέρος και ειδικά την τράπεζα, η οποία θα ήταν υποχρεωμένη να πωλήσει συνάλλαγμα στην εκκαλούσα-ενάγουσα αν και όποτε έδιδε εντολή αγοράς η τελευταία, με τους ειδικούς όρους που συμφωνήθηκαν, χωρίς παράλληλα να υποχρεώνεται και η εκκαλούσα να αγοράσει το συνάλλαγμα, τουλάχιστον κατά την οριζόμενη λήξη της σύμβασης. Στοιχεία που επικυρώνουν την ύπαρξη δεσμευτικότητας της επίδικης σύμβασης. Η συναλλαγή που έλαβε χώρα και αφορά την προθεσμιακή αγορά συναλλάγματος έγινε στο πλαίσιο της επενδυτικής επιχειρηματικότητας της εκκαλούσας-ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας. Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν 2251/1994 περί καταναλωτών. ΕφΘεσ 1020/2010, σελ. 363. 
ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ  
Σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας. Εφαρμογή των περί εντολής διατάξεων. Η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. ΑΠ 1761/2009, σελ. 82. 
Περιεχόμενο. Νομική φύση. Υποχρέωση τήρησης τριπλότυπου βιβλιαρίου εντολών (πινακίδια συναλλαγών). Σύστημα αυτοματοποιημένων συναλλαγών με μαγνητοφώνηση των συναλλαγών. Οι εντολές αγοραπωλησίας μετοχών από τους επενδυτές προς τους Χρηματιστές μπορεί να είναι και προφορικές και η χρηματιστηριακή παραγγελία μπορεί ν' αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, περιλαμβανομένων των μαρτύρων. Σε περίπτωση καταρτίσεως χρηματιστηριακής συναλλαγής τοις μετρητοίς, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο μέλος του ΧΑΑ το τίμημα εντός της προθεσμίας εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν 3632/1928. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης, εντός του τριημέρου, εξοφλήσεως, το μέλος του χρηματιστηρίου έχει υποχρέωση και όχι απλώς δικαίωμα να προβεί αμελλητί στη λήψη μέτρων για την επιδίωξη της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του, μέχρι δε την πλήρη εξόφληση του τιμήματος οφείλει να μην προβαίνει για λογαριασμό του πελάτου σε οιανδήποτε άλλη αγορά κινητών αξιών. Εάν όμως προβεί σε τέτοιου είδους συναλλαγές, οι συναλλαγές αυτές δεν πάσχουν ακυρότητα, η δε χρηματιστηριακή εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον χρηματιστή του πωλητή των μετοχών το τίμημα των κατά παράβαση των διατάξεων αυτών αγορασθεισών μετοχών, το οποίο και δικαιούται να αναζητήσει από τον εντολέα, υπέχουσα απλώς διοικητικές κυρώσεις κατά την χρηματιστηριακή νομοθεσία. ΑΠ 676/2010, σελ. 365. 
Οι πηγάζουσες από τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. Και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα. Θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής του ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή. Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του «κύκλου» ή «νοερού χώρου» του χρηματιστηρίου. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεοτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν 3632/1928. ΑΠ 494/2010, σελ. 371. 
Σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, με παράλληλη θεμελίωση της αγωγής στις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Αφού ο ειδικός Ν 3632/1928 ορίζει βραχύτερο χρόνο παραγραφής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές στον ίδιο χρόνο υπάγεται και η ερειδομένη, επικουρική βάση της αγωγής, στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αξίωση του ενάγοντος, εφόσον η εξαιρετική ρύθμιση υπερισχύει της πενταετούς παραγραφής της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 και όχι στην πενταετή ή την εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. ΑΠ 369/2010, σελ. 392. 
ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ  
Ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγεννημένη κατά τον χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου, δεδομένου ότι, μέχρις ότου προταθεί η δήλωση περί συμψηφισμού οι εκατέρωθεν απαιτήσεις υφίστανται παραλλήλως και μόνο με την πρόταση της δηλώσεως επέρχεται αναδρομικώς απόσβεση των απαιτήσεων αυτών, από τότε που συνυπήρξαν. ΑΠ 354/2010, σελ. 258. 
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ  
Ανάκληση συναίνεσης του υποκειμένου περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Γνωμοδότηση Γ. Καλλιμόπουλος, σελ. 285. 
Προσωπικά δεδομένα και πιστοληπτική ικανότητα. Μελέτη Α. Χιωτέλλης, σελ. 302. 
Προσέγγιση μιας περίπτωσης ανεπίτρεπτης σύνδεσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Μελέτη Κ. Καραγιάννης, σελ. 311. 
ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  
Τρόποι εταιρικής χρηματοδότησης (ιδίως η τιτλοποίηση) και η οικονομική κρίση. Μελέτη Γ. Λέκκας, σελ. 16. 
ΤΡΑΠΕΖΕΣ  
Εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα στην Ελλάδα, κατάσχεση εις χείρας αυτής ως τρίτης, επιτρέπεται μόνον στο κατάστημα ή υποκατάστημα, όπου υφίσταται η κατάθεση ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεση. Ανυπόστατη η κατάσχεση που γίνεται όχι στο υποκατάστημα της τράπεζας όπου υφίσταται η κατάθεση του καθού η κατάσχεση αλλά στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας. Η υποβολή αρνητικής δήλωσης εκ μέρους της Τράπεζας ως τρίτης υπό την επίκληση του ανυπόστατου της κατάσχεσης δεν μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ διότι η ανυπόστατη κατάσχεση δεν καθίσταται υποστατή έστω και αν η πρότασή της είναι καταχρηστική. ΑΠ 1004/2010, σελ. 257. 
Η καθ' ης έχει επιλεγεί κατόπιν διαγωνισμού ως ένα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης στο πλαίσιο εφαρμογής του ΕΣΠΑ και έχει υπογράψει σύμβαση με το Υπουργείο Οικονομικών με αντικείμενο την εκ μέρους της ανάληψη καθηκόντων ως Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης Πράξεων Κρατικών Ενισχύσεων. Οι εταιρίες συμβούλων δεν έχουν αποκλειστεί από τη διαδικασία της συμβουλευτικής υποστήριξης στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ εξ αιτίας της συμμετοχής των Τραπεζών στη διαδικασία αυτή, καθόσον ένας υποψήφιος δικαιούχος του προγράμματος έχει την ευχέρεια να μη λάβει την υποστήριξη της Τράπεζας κατά το στάδιο της υποβολής της πρότασής του και να αποτανθεί σε μία εταιρία συμβούλων, η οποία αναλαμβάνει την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής. ΜΠρΑθ 966/2010, σελ. 274. 
Μη ενημέρωση τραπεζικού λογαριασμού με τους δικαιοπρακτικούς τόκους συνεπεία της οποίας παρέμεινε ακάλυπτη εκδοθείσα επιταγή. Οι υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της εναγόμενης πέραν από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, δημιουργούν και υποχρέωση από αδικοπρακτική ευθύνη. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παραγραφή απαίτησης από αδικοπραξία. ΑΠ 347/2010, σελ. 243. 
ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ  
Η μετεξέλιξη της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας ("CΕΒS") σε Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή ("EBA"). Μελέτη Χρ. Γκόρτσος, σελ. 5. 
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ  
Κινήσεις λογαριασμού καταθέσεων. 'Αρση τραπεζικού απορρήτου. Ποινική δίωξη. Περιεχόμενο εγγράφων. Αμέλεια τράπεζας. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης. Ανυπαρξία ηθικής βλάβης κατηγορουμένου-πελάτη τράπεζας. ΜΠρΑθ 1654/2010, σελ. 391. 
Η υποχρέωση τήρησης του τραπεζικού απορρήτου δεν συνεπάγεται ούτε το ακατάσχετο, ούτε το ανεκχώρητο των σχετικών απαιτήσεων, που έχουν σε βάρος των αντισυμβαλλομένων τους οι τράπεζες. Εφόσον μεσολάβησε εγκύρως καταρτισθείσα σύμβαση εκχώρησης, η εκχωρήτρια είχε εκ του νόμου υποχρέωση να παράσχει στην εκδοχέα τις αναγκαίες πληροφορίες για την ενάσκηση της απαίτησής της και να της παραδώσει τα αποδεικτικά της απαίτησης έγγραφα, που βρίσκονταν στην κατοχή της χωρίς να στοιχειοθετείται, με την ενέργεια αυτή, παράβαση των διατάξεων περί υπηρεσιακού απορρήτου και επαγγελματικής εχεμύθειας, ούτε και παράβαση του Ν 2472/ 1997. Ομοίως, η εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, διά των πρώτου και τρίτου εξ αυτών, επεξεργασία των οικονομικών δεδομένων του ενάγοντος, είναι νόμιμη και χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου, καθόσον αφενός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ικανοποίηση της απαίτησής της και αφετέρου τέτοια συγκατάθεση δεν απαιτείται ούτε στην περίπτωση της διαβίβασης των οφειλών σε εισπρακτικές εταιρίες, πολλώ δε μάλλον στην περίπτωση της εκχώρησης. ΠΠρΘεσ 6657/2010, σελ. 394. 
ΥΠΟΘΗΚΗ  
Η εκ μέρους της εναγομένης εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου του ενάγοντος έγινε βάσει δικαιώματος που είχε αυτή από τη μεταξύ τους σύμβαση, αλλά και βάσει του άρθρου 12 του Ν 4332/1929, το οποίο δίνει το δικαίωμα στην εναγομένη τράπεζα να εγγράψει υποθήκη επί ακινήτου των οφειλετών της προς ασφάλεια οποιασδήποτε απαιτήσεώς της και αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος. ΑΠ 1946/2009, σελ. 69. 
Μονομερής εγγραφή υποθήκης. Μετατροπή της τράπεζας σε ανώνυμη εταιρία. Ισχύς προνομίου. Συνταγματικότητα άρθρου 12 Ν 4332/1929. Μη προσβολή της αρχής της ισότητας. Συμβατό προνομίου με αρχές ΕΣΔΑ. ΑΠ 360/2010, σελ. 120. 
Φύση και λειτουργία της σύμβασης. Δυνατότητα εκατέρωθεν χρεωπιστώσεων. Διαφορά από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ανεπίτρεπτος ανατοκισμός. Νομικός χαρακτηρισμός σύμβασης. Έννομες συνέπειες. ΜΠρΑθ 3085/2009 (παρατ. Δημήτριος Κ. Ρούσσης), σελ. 73. 
Χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις. Παραγραφή κάθε αξίωσης που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί η συναλλαγή. Η ως άνω ετήσια παραγραφή ισχύει τόσο για τις αξιώσεις που απορρέουν από χρηματιστηριακές συμβάσεις που συνάπτονται εντός του χρηματιστηρίου και μεταξύ των μελών αυτού (κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις), όσο και τις παρεπόμενες ή συναφείς χρηματιστηριακές συμβάσεις, όπως είναι αυτή της χρηματιστηριακής παραγγελίας που συνάπτεται μεταξύ του μέλους ΑΧΕ και του εντολέα (επενδυτή-πελάτη). ΑΠ 2290/2009, σελ. 81. 
Δικαιοπρακτικοί περιορισμοί της υποθήκευσης με ενέργεια έναντι τρίτων. Μελέτη Ζ. Τσολακίδης, σελ. 133. 
Τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αυτός που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής αλλότριου χρέους ή αυτός που απέκτησε το ακίνητο βεβαρημένο με την υποθήκη, χωρίς όμως να διαδεχθεί και την οφειλή και ο οποίος, συνεπώς, δεν ευθύνεται ο ίδιος ενοχικώς, αλλά υπόκειται απλώς στην αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου του, για την πληρωμή του ξένου χρέους. Ως εκ τούτου ο εγγυητής, που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του για την εξασφάλιση της οφειλής του από την εγγύηση, δεν είναι τρίτος κύριος ή νομέας του ενυποθήκου, αφού η υποθήκη δεν ασφαλίζει την πληρωμή ξένου χρέους αλλά χρέους για το οποίο ενέχεται ο ίδιος προσωπικώς. 'Αρθρο 39 παρ. 1 του Ν 3259/2004. ΑΠ 411/2010, σελ. 225. 
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ  
Η αναμόρφωση του δικαίου των εισηγμένων εταιριών μετά την τροποποίηση του ΚΝ 2190/1920 με το Ν 3884/2010. Μελέτη Χρ. Ι. Ταρνανίδου, σελ. 154. 
Η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική. Η απόδειξη της ένδικης συναλλαγής επιτρέπεται να γίνει και διά μαρτύρων. ΑΠ Ολ 7/2010, σελ. 227. 
Η εντολή market είναι καθ' όλα επιτρεπτή ανεξαρτήτως χρόνου κατά τον οποίο διαβιβάζεται (προσυνεδριακή ή κυρία φάση διαπραγμάτευσης). Αύξηση της τιμής της μετοχής άνω του 400% σε σχέση με την τιμή της δημόσιας εγγραφής. Ο επενδυτής εν πλήρη γνώσει των αναλαμβανομένων κινδύνων προχώρησε στην ως άνω επιλογή του. Η ΑΧΕ δεν υποχρεούτο από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών να παράσχει σε αυτόν οιασδήποτε φύσεως επενδυτικές συμβουλές. Η ΑΧΕ εκτέλεσε επακριβώς και προσηκόντως τη δοθείσα σε αυτήν εντολή και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της πλήρως έναντι του πελάτη της, τα δε όργανα αυτής δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη ούτε παραβίασαν υπαιτίως κάποια αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ. ΑΠ 446/2010, σελ. 231. 
Λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος ευθύνεται όχι με το μειωμένο βαθμό επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων, αλλά και για ελαφρά αμέλεια, υποχρεούμενος, εάν δεν διεξαγάγει την υπόθεση που του έχει ανατεθεί σύμφωνα με τις οδηγίες του εντολέα ή επί μη υπάρξεως τέτοιων οδηγιών, εάν δεν πράξει ο,τιδήποτε επιβάλλει η φύση της υπόθεσης για το συμφέρον του εντολέα, σε ανόρθωση κάθε ζημίας αυτού. ΑΠ 335/2010, σελ. 238. 
Μεταφορά μεγάλου αριθμού μετοχών σε λογαριασμό άλλου χειριστή (ΑΧΕ) εν αγνοία του δικαιούχου αυτών, με εξουσιοδότηση που έφερε την υπογραφή τρίτου προσώπου αγνώστου σε αυτόν. Με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν δικαιολογείται η παράλειψη του ελέγχου των στοιχείων του ενάγοντος, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο περί μεταφοράς ενός μεγάλου αριθμού μετοχών σε λογαριασμό άλλου χειριστή. Την παράλειψη του ελέγχου αυτού δεν δικαιολογεί ούτε η συναλλακτική πρακτική. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. ΑΠ 229/2010, σελ. 228. 
Ο νομοθέτης, τόσο του Ν 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και «πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη» (ο πρώτος) και «κάθε δικαιοπραξία συναφή» (ο δεύτερος), με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Ειδικότητα της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928. Εξ άλλου, και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα. ΑΠ 328/2010, σελ. 236. 
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ  
Η πτώχευση του μισθωτή επιφέρει, κατά ρητή επιταγή του νόμου, την λύση της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης χωρίς μάλιστα να απαιτείται και καταγγελία. Η συμφωνία που προβλέπεται κατά τη διάταξη του άρθρου 44 του Ν 1892/1990 αποτελεί ενοχική σύμβαση και μάλιστα μορφή συμβιβασμού. Απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και όχι η αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων που διατάσσουν την απόδοση μισθίου κινητού ή ακινήτου που εξακολουθεί να κατέχει η υπό εκκαθάριση επιχείρηση μετά την κατόπιν καταγγελίας λύση της μισθώσεως (συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδοτικής μισθώσεως). Ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας, που κατήργησε την ευεργετική ρύθμιση του άρθρου 44 του Ν 1892/1990, προβλέπει ρητώς ότι εφόσον ο πτωχός (οφειλέτης) είχε αγοράσει πράγμα κινητό με επιφύλαξη κυριότητας του πωλητή, η πτώχευση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του πωλητή (κυρίου) που απορρέουν από την επιφύλαξη. ΠΠρΑθ 3808/2009, σελ. 270. 
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ  
Η συμπληρωματική εποπτεία των μικτών (ετερογενών) χρηματοοικονομικών ομίλων - Οδηγία 2002/87/ΕΚ και πρόταση τροποποίησής της. Μελέτη Τζ. Γιωτάκη, σελ. 170. 




Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.