ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΜΟΣ 2008

Τετραμηνιαία έκδοσηΠεριοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς
  • Έκδοση: 2009
  • Σελίδες: 408
ΨΗΦΙΑΚΗ ΑΓΟΡΑ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΨΗΦΙΑΚΟ + ΕΝΤΥΠΟ
Για ψηφιακή έκδοση επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€95 Φυσικά πρόσωπα
€135 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ";
Για την έντυπη έκδοση επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€97.00 Φυσικά πρόσωπα
€142.00 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ
Για ψηφιακό και έντυπο επιλέξτε την κατηγορία στην οποία ανήκετε
€106 Φυσικά πρόσωπα
€156 Νομικά πρόσωπα
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ

Περιγραφή


Το «Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο» αποτελεί τη νέα περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς. Φιλοδοξία του περιοδικού είναι να αναδεικνύει ουσιώδη ζητήματα που ανακύπτουν σε ολόκληρο το φάσμα του χρηματοπιστωτικού δικαίου, δημόσιου και ιδιωτικού, σε διεθνές, κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, να συμβάλλει κατά το δυνατόν περισσότερο στην επιστημονική τους επεξεργασία, να παρουσιάζει τη σχετική νομολογία και, ταυτόχρονα, να παρέχει την αναγκαία ενημέρωση για τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στον εν λόγω τομέα. Δημοσιεύονται επιστημονικά άρθρα, γνωμοδοτήσεις και δικαστικές αποφάσεις που άπτονται του χρηματοπιστωτικού δικαίου. Περιλαμβάνεται επίσης μια τακτική στήλη, στην οποία παρουσιάζονται συνοπτικά οι σημαντικές διεθνείς, κοινοτικές και εθνικές εξελίξεις του χρηματοπιστωτικού δικαίου, καθώς και κατάλογος επίκαιρων νομοθετημάτων. Πρόκειται για ένα χρήσιμο εργαλείο επιστημονικού αλλά και πρακτικού ενδιαφέροντος για όσους δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Σχετικά έργα


Περιεχόμενα


ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ  
Δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της περιουσίας και της ιδιοκτησίας ο κατʼ άρθρο 30 παρ. 2 Ν 2789/2000 νομοθετικός αποκλεισμός της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού για εκουσίως καταβληθέντα ποσά τόκων, καθώς τα εκουσίως καταβληθέντα ποσά είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβαλόντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο οικονομικό συμφέρον του (αντιθ. μειοψηφία). Η ίδια διάταξη δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της ισότητας. ΑΠ 222/2006, σελ. 126.  
ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΕΣ  
Ελέγχεται αναιρετικά η κρίση, ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ότι ένα ορισμένο γεγονός αποτελεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πρόσφορη αιτία της ζημίας. Πότε συντρέχει η κατʼ άρθρον 922 ΑΚ πρόστηση και η κατʼ άρθρον 926 ΑΚ ευθύνη πλειόνων. Εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας επί περιπτώσεως θανάτου οφειλέτου από έμφραγμα του μυοκαρδίου μετά από φιλονικία με υπαλλήλους της Τράπεζας. ΑΠ 208/2006, σελ. 103.  
ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Έννοια. Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου. ΑΠ 1227/2006, σελ. 84.  
Ο εγγυητής της απαιτήσεως δανείστριας από σύμβαση πιστώσεως διʼ ανοικτού - αλληλοχρέου λογαριασμού ευθύνεται μέχρι του ποσού για το οποίο δόθηκε η εγγύηση στην καταβολή του καταλοίπου, ανεξαρτήτως αν αυτό δια­μορφώθηκε και με την καταχώριση πιστώσεων δυνάμει συμπληρωματικής της αρχικής συμβάσεως του πιστούχου και της δανείστριας Τράπεζας, με τις οποίες απλώς αυξάνεται το ποσό της αρχικής πιστώσεως, έστω και εάν δεν ανέλαβε ο εγγυητής ειδικώς την ευθύνη πληρωμής αυτών. Πότε συντρέχει εξαίρεση. Πλάνη δεν λογίζεται ως ουσιώδης εάν ανάγεται απλώς και μόνον στις εκ της δοθείσης δηλώσεως βουλήσεως προκύπτουσες έννομες συνέπειες. Προϋποθέσεις για την κατʼ ΑΚ 862 απελευθέρωση του εγγυητή. Δεν αποτελεί τρόπο απόσβεσης της εγγύησης η μονομερής παραίτηση του δανειστή. ΕφΑθ 4307/2006, σελ. 89.  
Έννοια και λειτουργία του αλληλόχρεου λογαριασμού. Για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός χρειάζεται να υφίσταται τουλάχιστον δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές. Δεν ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια του λογαριασμού έγιναν πράγματι αποστολές και από τις δύο πλευρές [αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός] ή αν ένα μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη προέβη σε αποστολές [απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός]. Εφόσον ο ενάγων δεν επικαλείται αναγνώριση του καταλοίπου, οφείλει να παραθέσει στην αγωγή του όλα τα κονδύλια του λογαριασμού από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο που ζητείται. ΑΠ 1795/2007, σελ. 359.  
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ  
Θεμελίωση ευθύνης της προστήσασας εταιρίας για αδικοπραξία του προστηθέντος παραγωγού αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρίας σε βάρος υποψήφιου επενδυτή σε αυτά. Εν προκειμένω ο προστηθείς έδρασε δολίως και κατά παράβαση ρητών οδηγιών της προστήσασας εταιρίας. Η ως άνω κατάχρηση από τον προστηθέντα της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί καταρχήν δεν πλήττει τη θεμελίωση της ευθύνης του προστήσαντος στο πλαίσιο της εφαρμογής της ΑΚ 922. Εσωτερική συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ΄ αυτόν από την εταιρία υπηρεσίας, αφού δεν ήταν δυνατόν η ζημιογόνος ενέργεια να υπάρξει χωρίς την πρόστηση. Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση κρίνεται εκάστοτε από το σύνολο των περιστατικών, καθώς και από τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις. ΑΠ 1353/2007 (παρατ. Χ. Σαρτζετάκη), σελ. 238.  
Διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου μέσω συνεργατών αντιπροσώπου ΑΕΔΑΚ κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 1994 έως και τον Απρίλιο 1997. Υπογραφή αιτήσεων σε έντυπα ΑΕΔΑΚ για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και καταβολή των αντίστοιχων ποσών σε συνεργάτες αντιπροσώπου της εταιρίας. Τα ποσά αυτά παρακρατήθηκαν από τα ως άνω πρόσωπα και δεν αποδόθηκαν στην εταιρία. Οι επενδυτές δεν είχαν όμως αποκτήσει την ιδιότητα του μεριδιούχου κατά το εν λόγω διάστημα. Η εταιρία δεν είχε διοικητική ευθύνη για τη συμπεριφορά των συνεργατών του αντιπροσώπου της και κατά συνέπεια δεν είναι νόμιμη η επιβολή προστίμου για παράβαση του άρθρου 28 του Ν 1969/1991, όπως τούτο ίσχυε κατά το κρίσιμο διάστημα, καθώς η διοικητική ευθύνη της ΑΕΔΑΚ για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της, των αντιπροσώπων της και των συνεργατών των αντιπροσώπων της κατά τη διαχείριση αμοιβαίου κεφαλαίου, προϋπέθετε ότι το πρόσωπο που υπέστη βλάβη φέρει την ιδιότητα του μεριδιούχου. Οι διατάξεις βάσει των οποίων θεσπίστηκε η ασύνδετη με την πρόσκτηση της ιδιότητας του μεριδιούχου ευθύνη των ΑΕΔΑΚ δεν ίσχυαν κατά το κρίσιμο εν προκειμένω διάστημα. ΔΕφΑθ 4533/2007, σελ. 246.  
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ  
Προσημείωση υποθήκης. Η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη προϋποθέτει ότι υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της ασφαλιζόμενης απαίτησης και εκείνης που επιδικάζεται τελεσίδικα με δικαστική απόφαση ή με διαταγή πληρωμής, με την επιφύλαξη της «ενιαίας προσημείωσης», δηλαδή εκείνης που εγγράφεται για την εξασφάλιση περισσοτέρων αυτοτελών απαιτήσεων του ίδιου δανειστή κατά του αυτού οφειλέτη. Σε περίπτωση που επιδικασθεί τελεσίδικα μία από τις περισσότερες απαιτήσεις και τραπεί η προσημείωση σε υποθήκη, τότε καλύπτει με το προνόμιό της και τις άλλες εφόσον επιδικασθούν τελεσίδικα και ο δανειστής μπορεί να αναγγελθεί για όλες τις απαιτήσεις επικαλούμενος πλέον το προνόμιο της «ενιαίας υποθήκης», χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί ότι δεν υφίσταται ταυτότητα μεταξύ των αναγγελλομένων απαιτήσεων με τις τελεσίδικα επιδικασθείσες. ΑΠ 1330/2006, σελ. 250.  
Του προνομίου κατατάξεως των εργατικών απαιτήσεων απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας που προέκυψαν μέσα στην τελευταία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό διετία, ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή. Πίνακας κατάταξης και προτάσεις διαδίκων δεν προσβάλλονται με το άρθρο 559 αρ. 20 (παραμόρφωση εγγράφων). Ο Άρειος Πάγος υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναιρέσεως. Όταν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό είναι ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός εάν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο. ΑΠ 127/2006, σελ. 251.  
Πίνακας κατάταξης. Προνομιακές οι εργατικές απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στα τελευταία δύο έτη πριν από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού. Συνακόλουθα δεν είναι προνομιακές οι εργατικές απαιτήσεις που προέκυψαν μετά τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού. Θεωρούνται προνομιακές οι εργατικές απαιτήσεις, όταν υπάρχει νομική εξάρτηση του εργαζόμενου από τον εργοδότη. Δεν θεωρείται εξαρτημένη σχέση όταν ο εργαζόμενος ασκεί εξουσία και διαχείριση στην εργασία του. Αοριστία ανακοπής πίνακα κατάταξης. Όταν ο ανακόπτων αμφισβητεί την απαίτηση και το προνόμιο του καταταχθέντος, ο τελευταίος φέρει το βάρος αποδείξεως αυτών. ΕφΑθ 1682/2006, σελ. 253.  
Κατάσχεση από το Ελληνικό Δημόσιο στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης. Αοριστία του δικογράφου ανακοπής ως προς την περιγραφή της απαίτησης επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης μόνο με τη συνδρομή δικονομικής βλάβης. Προϋποθέσεις υποστατού της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου. Η μη επίδοση του κατασχετηρίου στο κατάστημα που βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο μπορεί με επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης να επιφέρει την ακυρότητα της κατάσχεσης, η οποία ακυρότητα έχει ως συνέπεια το ανυπόστατο της κατάσχεσης. Δικονομική βλάβη συντρέχει όταν ο τρίτος (τράπεζα) ευρίσκεται σε πραγματική αδυναμία να ανταποκριθεί στις επιβαλλόμενες από τα άρθρα 985 ΚΠολΔ και 32 ΚΕΔΕ υποχρεώσεις υποβολής δήλωσης εντός οκταημέρου από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια να υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση και να θεωρηθεί με βάση το νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ οφειλέτης του ανακόπτοντος Δημοσίου. ΕφΑθ 2545/2006, σελ. 256.  
Προϋποθέσεις κοινής αγωγής ανατοκισμού (ΑΚ 296). Ως αγωγή ανατοκισμού θεωρείται μόνον η καταψηφιστική, μη επιτρεπόμενου του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Εκτέλεση κατά το ΝΔ του 1923. Η δανείστρια τράπεζα δεν παρεμβαίνει στη διαδικασία εκτέλεσης μετά την παραγγελία προς το συμβολαιογράφο, εφόσον δε η ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού οφείλεται σε παράλειψη του συμβολαιογράφου, η τράπεζα δεν υπέχει ευθύνη αποζημίωσης των υπερθεματιστών για τα έξοδα στα οποία αυτοί υποβλήθηκαν μετά την κατακύρωση του ακινήτου, ούτε εφαρμόζονται εδώ τα άρθρα 516 ΑΚ και 1017 ΚΠολΔ περί νομίμου ελαττώματος του πωληθέντος με τον πλειστηριασμό ακινήτου. ΕφΑθ 1034/2007, σελ. 385.  
Σε περίπτωση θανάτου του μισθωτού συνεπεία εργατικού ατυχήματος, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ δυναμένη να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, άμεσο παραγωγικό αίτιο έχουσα την παροχή εξαρτημένης εργασίας και την κατʼ αυτήν θανάτωση του μισθωτού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ και δεν μπορεί να αποκλειστεί από το γεγονός ότι διαπλάσσεται στο νόμο ως πρωτογενές το από το θάνατο του μισθωτού παρεχόμενο στα μέλη της οικογενείας του δικαίωμα για ψυχική οδύνη. Προέχον δεν είναι το «πρωτογενές» της απαιτήσεως του δανειστή που αναγγέλλεται, αλλά, στα πλαίσια της ερμηνευόμενης διάταξης, ο αξιούμενος σύνδεσμος της απαιτήσεως προς τη σύμβαση εργασίας από την οποία αυτή τελικά απορρέει και δεν θα εδημιουργείτο χωρίς εκείνη. Προϋποθέσεις πρόσθετης παρέμβασης. ΑΠ Ολ 9/2007, σελ. 396.  
Για την κάλυψη κατά την τάξη και τη σειρά της υποθήκης των τόκων του περιορισμένου χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ πρέπει η απαίτηση να έχει εγγραφεί στο βιβλίο υποθηκών ως τοκοφόρος. Αν η υποθήκη γράφτηκε για ποσό μεγαλύτερο του κεφαλαίου της ασφαλιζόμενης απαίτησης, ώστε να καλύπτονται και οι τόκοι αυτής, οι δε τόκοι του χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, προστιθέμενοι στο κεφάλαιο, υπερβαίνουν τη χρηματική ποσότητα, για την οποία έχει εγγραφεί η υποθήκη, δεν ασφαλίζονται με την υποθήκη κατά το ποσόν που υπερβαίνει το υποθηκικό όριο. Συνεπώς δεν απολαμβάνουν του ειδικού προνομίου κατατάξεως κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος που προβλέπεται από το άρθρο 1007 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 976 αρ. 2 ΚΠολΔ. Μόνο δε στην περίπτωση κατά την οποία, σε αρμονία με τη σύμβαση, η υποθήκη εγγράφεται για ορισμένο χρηματικό ποσό, που καλύπτει το κεφάλαιο και λοιπά συναφή κονδύλια, ταυτοχρόνως όμως, και πέραν του ποσού αυτού, εγγράφεται τούτο και ως τοκοφόρο για εξασφάλιση των τόκων στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 1289 ΑΚ, η υποθήκη ασφαλίζει όλους τους τόκους του προβλεπομένου στη διάταξη αυτή χρονικού διαστήματος. ΑΠ 1218/2007, σελ. 398.  
ΑΣΦΑΛΙΣΗ  
Η Πρόταση Οδηγίας για τη «Φερεγγυότητα ΙΙ»: Βασικές έννοιες της ρύθμισης και πορεία της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας, Μελέτη Ζ. Γιωτάκη, Ι. Χατζηβασίλογλου, σελ. 43.  
ΔΑΝΕΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ  
Βιοτεχνικά δάνεια (ΑΝΕ 197/1978) με την εγγύηση του Ελλη­νικού Δημοσίου. Οι όροι και οι προϋποθέσεις της εγγύησης για τα παρεχόμενα στις βιοτεχνίες δάνεια από τις εμπορικές τράπεζες καθορίζονται από τις Υποεπιτροπές Βιοτεχνικών Πιστώσεων, οι οποίες έχουν κατά νόμο την υποχρέωση ελέγχου των όρων και των προϋποθέσεων της χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η χρηματοδοτούσα τράπεζα δεν έχει υποχρέωση να ελέγχει την τήρηση των όρων μετά την χρηματοδότηση. Εξαίρεση όταν παραβιάστηκε ο όρος της Υποεπιτροπής για λήψη ασφαλειών υπέρ του Δημοσίου και δεν τηρήθηκε. Μη ελευθέρωση εγγυητή όταν η Υποεπιτροπή δεν ήλεγξε τους όρους για τη χορήγηση της εγγύησης. ΑΠ 1551/2007, σελ. 362.  
Βιοτεχνικά δάνεια. Υποχρεώσεις δανείστριας Τράπεζας. Άρση εγγυητικής ευθύνης Δημοσίου επί παραβάσεως των υποχρεώσεων αυτών. ΑΠ 103/2007, σελ. 362.  
ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ  
Περί της υπαγωγής των ελεγχόμενων από το Δημόσιο πιστωτικών ιδρυμάτων στις διατάξεις του ΠΔ 60/2007 περί συντονισμού διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων, Μελέτη Δ. Κ. Ρούσσης, σελ. 185.  
ΔΗΜΟΣΙΟ  
Βιοτεχνικά δάνεια. Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου είναι η καθυστέρηση πληρωμής τριών δόσεων από τον πιστούχο. Η παραγραφή της αξίωσης του δανειστή κατά του Δημοσίου είναι πενταετής και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και είναι δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωση. Μετά όμως από τη διακοπή της παραγραφής, αρχίζει νέα από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως. ΕφΑθ 909/2006, σελ. 87.  
ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ  
Έννομο συμφέρον επί εξοφλήσεως της οφειλής. Σώρευση ανακοπής - διαταγής πληρωμής και ανακοπής εκτελέσεως στο ίδιο δικόγραφο. Συνέπειες. Έλλειψη αναδρομικότητας άρθρου 630Α ΚΠολΔ. Τρόπος προβολής επιγενόμενων της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής περιστατικών. Αοριστία λόγων ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής. Έννοια και λειτουργία αλληλόχρεου λογαριασμού. Δικονομική συμφωνία απόδειξης οφειλής. ΕφΑθ 993/2006, σελ. 130.  
Προϋποθέσεις επιτρεπτής σώρευσης. Αλλαγή πληρωμής. Αδυναμία αριθμητικού καθορισμού του οφειλόμενου ποσού λόγω αοριστίας. ΠολΠρωτΑθ 4478/2006, σελ. 133.  
Αν η διαταγή πληρωμής έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, είναι απαράδεκτη η προσβολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίκληση λόγων, που καλύπτονται από την αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου. Το δεδικασμένο εκτείνεται όχι μόνο στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, αλλά και στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Η ένσταση πλαστογραφίας συνιστά καταχρηστική ένσταση, η οποία καλύπτεται από το δεδικασμένο. MΠρωτΑθ 4542/2006, σελ. 134.  
ΕΓΓΥΗΣΗ  
Ο εγγυητής της απαιτήσεως δανείστριας από σύμβαση πιστώσεως διʼ ανοικτού - αλληλοχρέου λογαριασμού ευθύνεται μέχρι του ποσού για το οποίο δόθηκε η εγγύηση στην καταβολή του καταλοίπου, ανεξαρτήτως αν αυτό δια­μορφώθηκε και με την καταχώριση πιστώσεων δυνάμει συμπληρωματικής της αρχικής συμβάσεως του πιστούχου και της δανείστριας Τράπεζας, με τις οποίες απλώς αυξάνεται το ποσό της αρχικής πιστώσεως, έστω και εάν δεν ανέλαβε ο εγγυητής ειδικώς την ευθύνη πληρωμής αυτών. Πότε συντρέχει εξαίρεση. Πλάνη δεν λογίζεται ως ουσιώδης εάν ανάγεται απλώς και μόνον στις εκ της δοθείσης δηλώσεως βουλήσεως προκύπτουσες έννομες συνέπειες. Προϋποθέσεις για την κατʼ ΑΚ 862 απελευθέρωση του εγγυητή. Δεν αποτελεί τρόπο απόσβεσης της εγγύησης η μονομερής παραίτηση του δανειστή. ΕφΑθ 4307/2006, σελ. 89.  
ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΣ  
Δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της περιουσίας και της ιδιοκτησίας ο κατʼ άρθρο 30 παρ. 2 Ν 2789/2000 νομοθετικός αποκλεισμός της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού για εκουσίως καταβληθέντα ποσά τόκων, καθώς τα εκουσίως καταβληθέντα ποσά είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβαλόντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο οικονομικό συμφέρον του (αντιθ. μειοψηφία). Η ίδια διάταξη δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της ισότητας. ΑΠ 222/2006, σελ. 126.  
Σύγχρονα ερμηνευτικά ζητήματα του Ν 3259/2004 (Γνωμο­δότηση), Μελέτη Χ. Απαλαγάκη, σελ. 173.  
Υπαγωγή υπό προϋποθέσεις βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής σε ειδικές ρυθμίσεις παλαιών οφειλών. Ο έλεγχος της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, για τις οφειλές των οποίων παρέχεται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ανατίθεται στις τράπεζες και κρίνεται από αυτές. Εκ τούτου όμως δεν προκύπτει, ότι σε περίπτωση μη βιώσιμης εκ του αποτελέσματος επιχείρησης, η εγγύηση του Δημοσίου είναι άκυρη και την ευθύνη φέρει η δανείστρια τράπεζα. Αντιθέτως το Δημόσιο, την κρίση μεν της βιωσιμότητας, εμπιστεύθηκε στις τράπεζες, για την περίπτωση όμως που η κρίση περί βιωσιμότητας της επιχειρήσεως δεν επαληθευθεί, εγγυήθηκε το ίδιο, υπό τους όρους που προβλέπονται νομοθετικά, την πληρωμή των οφειλών της επιχείρησης προς τις τράπεζες. Κατʼ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων θέσπιση ανώτατων ορίων της υφισταμένης συνολικής οφειλής. ΑΠ 1810/2007, σελ. 267.  
Προϋποθέσεις κοινής αγωγής ανατοκισμού (ΑΚ 296). Ως αγωγή ανατοκισμού θεωρείται μόνον η καταψηφιστική, μη επιτρεπόμενου του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Εκτέλεση κατά το ΝΔ του 1923. Η δανείστρια τράπεζα δεν παρεμβαίνει στη διαδικασία εκτέλεσης μετά την παραγγελία προς το συμβολαιογράφο, εφόσον δε η ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού οφείλεται σε παράλειψη του συμβολαιογράφου, η τράπεζα δεν υπέχει ευθύνη αποζημίωσης των υπερθεματιστών για τα έξοδα στα οποία αυτοί υποβλήθηκαν μετά την κατακύρωση του ακινήτου, ούτε εφαρμόζονται εδώ τα άρθρα 516 ΑΚ και 1017 ΚΠολΔ περί νομίμου ελαττώματος του πωληθέντος με τον πλειστηριασμό ακινήτου. ΕφΑθ 1034/2007, σελ. 385.  
Εφαρμογή άρθρου 39 Ν 3259/2004 (συντελεστής 3 και όχι 2). Αοριστία δικογράφου αγωγής (και σε σχέση με το διαφυγόν κέρδος). Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεωρείται ορισμένη η αγωγή. ΜΠρΑθ 2766/2007, σελ. 390.  
Βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση μετά την ισχύ των νομοθετικών ρυθμίσεων των Ν 2873/2000, 2912/2001 και 3259/2004. Απόσβεση οφειλής δια δηλώσεως συμψηφισμού προ της ισχύος του Ν 3259/2004. Νομιμότητα αυτής της δηλώσεως συμψηφισμού, έλλειψη καταχρηστικότητας. Αδυναμία εφαρμογής ρυθμίσεων του νόμου αυτού, σύμφωνα δε με το άρθρο 30 παρ. 8 του Ν 2789/2000 τα καταβληθέντα ποσά καθʼ οιονδήποτε τρόπο δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία. ΠΠρΘεσ 2038/2007, σελ. 393.  
ΕΠΙΤΑΓΗ  
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δικαιούχος αποζημίωσης. Υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. ΑΠ Ολ 29/2007, σελ. 102.  
Έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής. Υπογραφή της ακάλυπτης επιταγής από νόμιμο αντιπρόσωπο νομικού προσώπου. Ευθύνη αποζημιώσεως σε βάρος του νομικού προσώπου. Η αστική ευθύνη του νομίμου αντιπροσώπου, που είναι και ποινικά υπεύθυνος είναι αυτοτελής έναντι εκείνης του νομικού προσώπου. Οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση του νομικού προσώπου δεν επάγεται την άρση του στοιχείου της υπαιτιότητας, ούτε και του παρανόμου χαρακτήρα της πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου της. Ευθύνη του προσώπου που δέχεται επιταγή εν γνώσει του ότι αυτή είναι ευκολίας. ΑΠ 1846/2007, σελ. 259.  
Το πρόσωπο που εκδίδει επιταγή σε διαταγή, εν γνώσει ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, είτε κατά το χρόνο της εκδόσεως, είτε κατά το χρόνο της πληρωμής ζημιώνει παρανόμως τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της. Υποχρέωση αποζημίωσης του κομιστή. Η αξίωση προς αποζημίωση εκ του άρθρου 914 ΑΚ συρρέει με την αξίωση από επιταγή εκ του άρθρου 40 του Ν 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να επιλέξει ποια αγωγή θα ασκήσει. Στοιχεία της αγωγής προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη ζημίας του δικαιούχου, η οποία προκαλείται υπαίτια με την έκδοση της επιταγής, χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας του κομιστή και της παράνομης, ως άνω, συμπεριφοράς του εκδότη. Δικαιούχος της αποζημιώσεως, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεως και βεβαιώσεως της μη πληρωμής. Σε περίπτωση εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής το έγκλημα του άρθρου 79 του Ν 5960/1933 συντελείται όταν αυτή εμφανισθεί προς πληρωμή καθ΄ οιανδήποτε ημέρα του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία εκδόθηκε και λήγει την ογδόη ημέρα του οκταημέρου, που αρχίζει από την επομένη της χρονολογίας που αναγράφεται σ΄ αυτή και δεν πληρωθεί κατά την εμφάνιση αυτή. ΑΠ 11/2007, σελ. 263.  
Οι τράπεζες υπέχουν τις αποκαλούμενες «υποχρεώσεις πρόνοιας» εξειδικευόμενες σε μια σειρά παρεπόμενων υποχρεώσεών τους και ειδικότερα στην υποχρέωση προστασίας των περιουσιακών αγαθών του πελάτη τους, ιδίως όταν τα αγαθά αυτά είναι δυνατόν κατά την εκπλήρωση της παροχής να τεθούν σε κίνδυνο, καθόσον έχουν την αυξημένη δυνατότητα να επεμβαίνουν στην περιουσιακή σφαίρα των πελατών τους. Η τράπεζα υποχρεούται να ικανοποιήσει χρηματικά νομικό πρόσωπο για την ηθική βλάβη που αυτό υπέστη από το γεγονός ότι η τράπεζα, χωρίς να προβεί σε στοιχειώδη έλεγχο, προέβη σε σφράγιση (και καταχώριση στα δυσμενή στοιχεία) επιταγής πλαστογραφημένης, ενώ επιπροσθέτως η ενάγουσα ούτε δικαιούχος του λογαριασμού αυτού ήταν ούτε και τηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα. ΕφΑθ 8386/2006, σελ. 264.  
Ακάλυπτη επιταγή επί σύμβασης πώλησης. ΑΠ 653/2008, σελ. 375.  
ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ  
Το νέο άρθρο 23α του ΚΝ 2190/1920 και γεννώμενα ζητήματα (Γνωμοδότηση), Μελέτη Γ.Δ. Καλλιμόπουλος, σελ. 157.  
ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ  
Η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, ούτε επιφέρει τη βίαιη διακοπή αυτής, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες της και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας, που έχει λυθεί, από τους εκκαθαριστές. ΑΠ 693/2008, σελ. 356.  
ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ  
Για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 939-942 ΑΚ η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη με πρόθεση εκ μέρους του βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, β) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και γ) αφερεγγυότητα του οφειλέτη. ΑΠ 651/2008, σελ. 355.  
ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑ  
Εισαγωγή στο ευρωπαϊκό δίκαιο της κεφαλαιαγοράς, Μελέτη Χ.Βλ. Γκόρτσος, σελ. 285.  
ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας. Απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους με την καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους. Οι μη αναλαβόντες αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος με βάση την μεταξύ τους σχέση. Η απαίτηση του μη αναλαβόντος περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού. ΑΠ 1550/2007 (παρατ. Α. Πελλένη - Παπαγεωργίου), σελ. 91.  
Η Τράπεζα κωλύεται εκ του τραπεζικού απορρήτου να δώσει επί κοινού λογαριασμού τις σχετικές με τις καταθέσεις του αποβιώσαντος συνδικαιούχου πληροφορίες, όταν με το θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες καταθέτες. Υποχρεούται να δώσει πληροφορίες στην περίπτωση που ο κληρονόμος του καταθέτη είναι αναγκαίος μεριδούχος και ισχυρισθεί ότι συντελέστηκε δωρεά. MΠρΑθ 1917/2006, σελ. 101.  
ΜΙΣΘΩΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ  
Έννοια, λειτουργία και νομική φύση. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. ΠΠρΑθ 1997/2007, σελ. 365.  
ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ  
Οδηγία 91/308/ΕΟΚ - Πρόληψη της χρησιμοποιήσεως του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες - Υποχρέωση των δικηγόρων να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για κάθε γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη πράξεως νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες - Δικαίωμα για δίκαιη δίκη - Επαγγελματικό απόρρητο και ανεξαρτησία των δικηγόρων. ΔΕΚ Υπόθ. C-305/2005, απόφ. της 26ης Ιουνίου 2007 (παρατ. Δ. Παξινός, Π. Τσιρίδης), σελ. 73.  
ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ  
Παράγωγα επί ακινήτων (property derivatives), Μελέτη Δ. Χατζής, σελ. 194.  
ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ  
Περί της υπαγωγής των ελεγχόμενων από το Δημόσιο πιστωτικών ιδρυμάτων στις διατάξεις του ΠΔ 60/2007 περί συντονισμού διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων, Μελέτη Δ. Κ. Ρούσσης, σελ. 185.  
ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ  
Για να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός σύμφωνα με το άρθρο 1002 ΚΠολΔ και να αρθεί η κατάσχεση πρέπει η εξόφληση να γίνει, κατά νόμο, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατά την ημέρα διεξαγωγής του και όχι στον επισπεύδοντα πριν τον πλειστηριασμό. Το απαράδεκτο των μη αποδεικνυομένων παραχρήμα ισχυρισμών απόσβεσης της απαίτησης περιλαμβάνει και τις παρακωλυτικές ενστάσεις ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η καταχρηστική ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. ΑΠ 95/2006, σελ. 128.  
Ο πλειστηριασμός διεξάγεται στο Δημοτικό ή Κοινοτικό κατάστημα του αντίστοιχου Δήμου ή Κοινότητας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να ορίσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης άλλον τόπο πλειστηριασμού, όπως προβλεπόταν με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 21 του ΕισΝΚΠολΔ. Εγκύρως διεξάγεται ο πλειστηριασμός ακόμα και αν στην περίληψη δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη διεύθυνση του δημοτικού ή κοινοτικού κτιρίου, όπου θα διεξαχθεί ο πλειστηριασμός, αλλά αναφέρεται απλώς «το δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα ή ο συνηθισμένος τόπος των πλειστηριασμών». Η παραβία­ση της διάταξης που καθορίζει τον τόπο του πλειστηριασμού επιφέρει ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή βλάβης που δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί διαφορετικά. ΑΠ 425/2006, σελ. 129.  
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ  
Η ουσιώδης ή σημαντική αυτή διατάραξη ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του καταναλωτή που είναι συνήθως απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του, αλλά ο οποίος διαθέτει τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της απόφασής του να συμβληθεί ως καταναλωτής συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Κριτήρια που εξετάζεται εάν συντρέχουν κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ. Η δια­φάνεια αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Όροι σύμβασης πιστωτικής κάρτας, καταναλωτικής πίστης, κτηματικής πίστης, κατάθεσης. ΠΠρΑθ 961/2007 (παρατ. Κ. Καραγιάννης), σελ. 112.  
Ρύθμιση χρεών και πτωχευτική διαδικασία ιδιωτών, Μελέτη Δ. Σπυράκος, σελ. 180.  
Η ευχέρεια που δίνεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις από τις προβλεπόμενες στην Οδηγία δεν φτάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διευρύνουν τον κύκλο των προσώπων που ορίζονται ως καταναλωτές και στα νομικά πρόσωπα. Στις τραπεζικές συναλλαγές οι διατάξεις του Ν 2251/1994 είναι εφαρμοστέες στον τομέα «των τραπεζικών υπηρεσιών προς καταναλωτές» (retail banking) που περιλαμβάνει τις τραπεζικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που από τη φύση τους δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε επαγγελματίες για την άμεση ή έμμεση εξυπηρέτηση των επαγγελματικών αναγκών τους. Οι εγγυητές μιας σύμβασης πίστωσης που καταρτίστηκε με τράπεζα δεν έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, αφού δεν είχαν άμεση συναλλαγή με την τράπεζα κατά την κατάρτιση της σύμβασης και δεν είναι άμεσοι αποδέκτες των υπηρεσιών της. ΜΠρΑθ 3906/2008, σελ. 248.  
Κάρτα ανάληψης μετρητών. Ο όρος για αυτόματη ανανέωση της κάρτας δεν είναι καταχρηστικός διότι λειτουργεί και προς το συμφέρον του κατόχου της. Από τη στιγμή της περιέλευσης της κάρτας στη σφαίρα ευθύνης του κατόχου της, η Τράπεζα δεν έχει ευθύνη για τη χρήση και φύλαξή της. ΠΠρΑθ 4251/2007, σελ. 379.  
Τα δικαιώματα και έξοδα δανείου και τα έξοδα νομικού και τεχνικού ελέγχου δεν συνιστούν προμήθεια για τη χορήγηση των στεγαστικών δανείων, αλλά έξοδα εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας και ικανότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη, τεχνικής εκτίμησης του ακινήτου, εκτίμηση της αξίας αυτού και έλεγχο νομικής κατάστασης. Τα έξοδα αυτά δεν έχουν τον χαρακτήρα (εξαιρούνται) των προμηθειών και δεν είναι αδιαφανή. ΕιρΑθ 558/2006, σελ. 381.  
ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ  
Προσωπικά δεδομένα. Προστασία. Σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αγωγής καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από επεξεργασία προσωπικών δεδο­μένων και αγωγής επί παραλείψει στο μέλλον αθέμιτης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Αναρμοδιότητα Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Αγωγή. Οι δικονομικές συνέπειές της επέρ­χονται ήδη από την κατάθεσή της. ΕφΑθ 2600/2006, σελ. 135.  
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ  
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, του άρθρου 11 του Ν 2462/1997 και των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί είτε από την αδικοπραξία είτε από σύμβαση, κατά τους όρους του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν έχει καταργηθεί. Επί αδικοπραξίας παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υποχρέου ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση της εξ αυτής απορρεούσης απαιτήσεως, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια εντός των ορίων του άρθρου 1047. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν εμπίπτει στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. ΑΠ 1846/2007, σελ. 259.  
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ  
Προσωπικότητα. Προσβολή προσωπικότητας εγκύου από σύλληψή της λόγω πλαστών χαρτονομισμάτων. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Συντρέχον πταίσμα ενάγουσας. Δικαστικό ένσημο. Συνέπειες μη καταβολής μετά την ισχύ του Ν 2915/2001. ΕφΑθ 1972/2006, σελ. 104.  
ΠΤΩΧΕΥΣΗ  
Ρύθμιση χρεών και πτωχευτική διαδικασία ιδιωτών, Μελέτη Δ. Σπυράκος, σελ. 180.  
ΠΩΛΗΣΗ  
Υπερημερία του πωλητή ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Δικαιώματα του αγοραστή μετά την παρέλευση της σχετικής δήλης ημέρας. Υποχρέωση του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288). Η εν λόγω αρχή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία λαμβάνεται πάντοτε υπόψη και συνεκτιμάται. Έλεγχος από το δικαστήριο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της ΑΚ 288. ΑΠ 653/2008, σελ. 375.  
REPOS  
Η σύμβαση repos αποτελεί νομική μορφή πωλήσεως του άρθρου 513 ΑΚ, με την πρόσθετη όμως, συμφωνία της επαναγοράς του τίτλου από την πωλήτρια τράπεζα σε ορισμένη προθεσμία από τον αρχικό πωλητή ή με προσύμφωνο επαναγοράς ή με σύμφωνο εξωνήσεως ή με συμφωνία καταρτίσεως της συμβάσεως επαναγοράς στο μέλλον υπό αναβλητική προθεσμία και εξουσιαστική αίρεση υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους, ανάλογα με την δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων (τράπεζας-επενδυτή). Υποκείμενα της συμβάσεως πωλήσεως είναι η τράπεζα (φορέας) και ο πελάτης (επενδυτής), οι δε εκ της εν λόγω πωλήσεως απορρέουσες εκατέρωθεν απαιτήσεις είναι χρηματικές του μεν επενδυτή υποχρεουμένου να καταβάλει στην πωλήτρια τράπεζα το τίμημα από την πώληση του αΰλου τίτλου, που συνιστά το επενδυθέν κεφάλαιο, της δε τελευταίας το κεφάλαιο και τους τόκους όταν ασκηθεί από τον επενδυτή το διαπλαστικό δικαίωμα της αναπωλήσεως αυτού, κατά τους ειδικοτέρους συμβατικούς όρους. Οι εκατέρωθεν δε αυτές ομοειδείς απαιτήσεις υπόκεινται σε συμψηφισμό εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί προς τούτο ουσιαστικοί όροι. Η πωλήτρια τράπεζα έχει δικαίωμα να συμψηφίσει το προϊόν της πώλησης των άϋλων τίτλων του Δημοσίου με απαιτήσεις της κατά συνδικαιούχου των αγοραστών σε κοινό λογαριασμό. ΑΠ 1812/2007 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης), σελ. 225.  
Έντοκα γραμμάτια του ελληνικού Δημόσιου με λογιστική μορφή υπό την έννοια του Ν 2198/1994 μπορεί να αποκτηθούν στο όνομα περισσοτέρων προσώπων (συνδικαιούχων) με την συμφωνία ότι καθένας από αυτούς μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει χωρίς την σύμπραξη των λοιπών. Η εκ μέρους της τραπέζης, ως φορέως του συστήματος των άνω συναλλαγών, δια των οργάνων της, μονομερώς γενομένη οποιαδήποτε αλλοίωση των στοιχείων του άνω λογαριασμού (π.χ. μεταβολή του ποσού, διαγραφή ενός ή περισσοτέρων εκ των άνω συνδικαιούχων κ.λπ.) χωρίς την συναίνεση όλων των υποκειμένων της προαναφερόμενης εννόμου σχέσεως αντιβαίνει όχι μόνο σε ρητή απαγορευτική διάταξη του νόμου, αλλά και στις αρχές και της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, που διέπουν τις καθόλου τραπεζικές συναλλαγές, ιδρύουσα, εντεύθεν εκτός από την εκ της συμβάσεως αξίωση, και τοιαύτην εξ αδικοπραξίας του συνδικαιούχου κατά της τραπέζης προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη από την ανωτέρω παράνομη πράξη, συντρέχοντος και του στοιχείου της υπαιτιότητος στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της που προέβησαν στην ανωτέρα ενέργεια. ΑΠ 2012/2007, σελ. 372.  
ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ  
Κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα. Χρήση ταυτότητας αποβιώσαντος υπό τρίτου με αλλαγή φωτογραφίας. Κατάθεση χρημάτων του δράστη επʼ ονόματι του αποβιώσαντος. Ακυρότητα συμβάσεως λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη. Ο καταθέσας δεν δικαιούται σε ανάληψή τους. Εκπρόθεσμη επίδοση στον διάδικο. Παράσταση του διαδίκου αυτού και επίκληση μόνον του εκπροθέσμου χωρίς την επίκληση δικονομικής βλάβης δεν καθιστά άκυρη την κλήτευση. Εκκρεμοδικία και άρση αυτής. ΕφΑθ 326/2006 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης), σελ. 95.  
Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης. Το βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου αποτελεί απόδειξη καταθέσεως χρημάτων κατά το άρθρο 3 του ν.δ. του 1923. Προϋπόθεση επομένως για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσόν της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτον που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της. ΕφΑθ 8212/2006, σελ. 99.  
Βιβλιάριο καταθέσεων. Ανάληψη από μη δικαιούχο. Ευθύ­νη της τράπεζας εφόσον δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια κατά τη συναλλαγή. Παράλειψη του καταθέτη να ενημερώσει την τράπεζα για απώλεια του βιβλιαρίου δεν την απαλλάσσει στην περίπτωση βαρείας αμέλειας ή δόλου των υπαλλήλων της. Σε περίπτωση κλοπής του βιβλιαρίου καταθέτη η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η δε ευθύνη της τράπεζας εδράζεται στις διατάξεις της ανώμαλης παρακαταθήκης. ΕφΑθ 4538/2007, σελ. 369.  
ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  
Συμψηφισμός οφειλής τράπεζας από σύμβαση κατάθεσης με οφειλή του καταθέτη στην τράπεζα από πιστωτική σύμβαση επί τιτλοποιήσεως της απαιτήσεως της τράπεζας, Μελέτη Κ.Γ. Καραγιάννης, σελ. 311.  
ΤΡΑΠΕΖΕΣ  
Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας («CEBS»): «πρόδρομος» μιας υπερεθνικής εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα;, Μελέτη Χ. Γκόρτσος, σελ. 5.  
Οφειλές προς Τραπεζικά ιδρύματα - Κοινός «συντελεστής υπολογισμού 3» για όλα τα δάνεια και πιστώσεις ανεξαρτήτως χρόνου σύναψης της σχετικής σύμβασης (Άρθρο 39 Ν 3259/2004), Μελέτη Μιλτ. Σταθόπουλος, σελ. 28.  
Σύγχρονα ερμηνευτικά ζητήματα του Ν 3259/2004 (Γνωμο­δότηση), Μελέτη Χ. Απαλαγάκη, σελ. 173.  
Συμψηφισμός οφειλής τράπεζας από σύμβαση κατάθεσης με οφειλή του καταθέτη στην τράπεζα από πιστωτική σύμβαση επί τιτλοποιήσεως της απαιτήσεως της τράπεζας, Μελέτη Κ.Γ. Καραγιάννης, σελ. 311.  
Βιοτεχνικά δάνεια (ΑΝΕ 197/1978) με την εγγύηση του Ελλη­νικού Δημοσίου. Οι όροι και οι προϋποθέσεις της εγγύησης για τα παρεχόμενα στις βιοτεχνίες δάνεια από τις εμπορικές τράπεζες καθορίζονται από τις Υποεπιτροπές Βιοτεχνικών Πιστώσεων, οι οποίες έχουν κατά νόμο την υποχρέωση ελέγχου των όρων και των προϋποθέσεων της χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η χρηματοδοτούσα τράπεζα δεν έχει υποχρέωση να ελέγχει την τήρηση των όρων μετά την χρηματοδότηση. Εξαίρεση όταν παραβιάστηκε ο όρος της Υποεπιτροπής για λήψη ασφαλειών υπέρ του Δημοσίου και δεν τηρήθηκε. Μη ελευθέρωση εγγυητή όταν η Υποεπιτροπή δεν ήλεγξε τους όρους για τη χορήγηση της εγγύησης. ΑΠ 1551/2007, σελ. 362.  
Βιοτεχνικά δάνεια. Υποχρεώσεις δανείστριας Τράπεζας. Άρση εγγυητικής ευθύνης Δημοσίου επί παραβάσεως των υποχρεώσεων αυτών. ΑΠ 103/2007, σελ. 362.  
ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΝΕΓΓΥΑ ΠΙΣΤΩΣΗ  
Έννοια. Οι Ομοιόμορφοι Κανόνες και Συνήθειες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου δεν αποτελούν μεν νομικούς κανόνες, αλλά σε περίπτωση που τα μέρη παραπέμπουν συμβατικά σε αυτούς, λαμβάνονται υπόψη ως «τραπεζικές συνήθειες», κατά την ερμηνεία της σύμβασης, για τη συμπλήρωση των κενών της, καθώς και για τον καθορισμό του τρόπου εκπλήρωσης της παροχής. ΑΠ 38/2006, σελ. 85.  
ΥΠΟΘΗΚΗ  
Ακυρότητα τροπής προσημείωσης σε υποθήκη με τελεσίδικη διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με βάση την απαίτηση εκ συναλλαγματικών. Η απαίτηση εκ των συναλλαγματικών είναι εγχειρόγραφη και δεν κατατάσσεται προνομιακά ως υποθήκη. Μόνη η αναγγελία της απαίτησης του δανειστή εκ των συναλλαγματικών, δεν του παρέχει την δυνατότητα προνομιακής κατάταξής του, ως ενυπόθηκου δανειστού, αφού αυτός είναι μόνο εγχειρόγραφος δανειστής. ΑΠ 94/2006, σελ. 127.  
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ  
Η δημόσια πρόταση εξαγοράς, Μελέτη Γ. Λέκκας, σελ. 32.  
Ο παραγγελιοδόχος χρηματιστηριακής παραγγελίας που καταρτίστηκε για λογαριασμό του δια του εξουσιοδοτημένου προς τούτο αντικρυστή του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται, μετά την ανάκληση της εντολής, έχει υποχρέωση να αποδώσει στον παραγγελέα ενάγοντα το ποσό που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής. Η επί προπαρασκευαστικής χρηματιστηριακών συναλλαγών δικαιοπραξία εντολής είναι άτυπη, μη υποκειμένη ως εκ της φύσεώς της στον έγγραφο τύπο α) της παροχής εντολής εκτελέσεως ορισμένου περιεχομένου χρηματιστηριακής συναλλαγής ή β) της συντάξεως πινάκων μεταφερομένων εντολών ή γ) του διπλοτύπου σημειωματαρίου των συμβάσεων εντός κύκλου ή δ) του βιβλιαρίου τριπλοτύπων πινακιδίων των εντός κύκλου συναλλαγών ή ε) του διπλοτύπου βιβλιαρίου εντολών των εκτός κύκλου συναλλαγών, που ανάγονται εξάλλου στον κύκλο των υποχρεώσεων του χρηματιστή και δεν αποτελούν προϋποθέσεις του κύρους της διδομένης σʼ αυτόν σχετικής εντολής ή στ) της διδομένης από τον πελάτη του χρηματιστή εντολής, που «δύναται να αποδεικνύεται διά σημειώματος υπογραφομένου υπό του εντολέως» (άρθρο 12 παρ. 5 Ν 3632/1928, ως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το οποίο αφορά τον τρόπο αποδείξεως της εντολής εκ μέρους του χρηματιστή και όχι του εντολέως του). ΑΠ 114/2007, σελ. 107.  
Μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας ή άλλης εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ανακαλείται υποχρεωτικά και η υπουργική απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άδεια συστάσεως και εγκρίθηκε το καταστατικό της και ακολουθεί στάδιο εκκαθαρίσεως, κατά το οποίο (στάδιο) η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά ΑΧΕ ή ΕΠΕΥ τελούσας υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 4α του Ν 1806/88 διαρκεί μέχρι την έκδοση αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία κηρύσσεται υπό προϋποθέσεις η λήξη της περιόδου της ειδικής εκκαθαρίσεως. ΜΠρωτΑθ 3006/2007, σελ. 110.  
Το άρθρο 27 παρ. 2 Ν 1806/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 59 παρ. 1 Ν 2533/1997, δεν καθιερώνει έγγραφο αποδεικτικό τύπο σε σχέση με την κατάρτιση και το περιεχόμενο της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας που καταρτίζεται μεταξύ χρηματιστηριακής εταιρίας και παραγγελέα. Αντίθετη άποψη μειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία, με τις εν λόγω διατάξεις καθιερώνεται έγγραφος αποδεικτικός τύπος, καθόσον οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης στο σύστημα εκτελέσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών και στην κατοχύρωση των συμφερόντων των συμβαλλομένων και ειδικότερα του συμφέροντος του παραγγελέα της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας για την πιστή εκτέλεση της χρηματιστηριακής παραγγελίας. ΑΠ 1858/2007 (παρατ. Γ. Κ. Λέκκας), σελ. 231.  
Η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δε θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του έγγραφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ, προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα ως προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Νόμιμη η διενέργεια συναλλαγών χωρίς να έχει η αναιρεσίβλητη αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια της αναιρεσείουσας. ΑΠ 1012/2007, σελ. 235.  
Χορήγηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδειας για διενέργεια δημόσιας προσφοράς και έγκριση ενημερωτικού δελτίου για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, καθώς επίσης και συμπληρωμάτων στο ως άνω ενημερωτικό δελτίο. Παράλειψη της εταιρίας που προέβη σε δημόσια προσφορά να παράσχει στην Ανάδοχο πλήρη και έγκαιρη ενημέρωση σχετικά με τη μείωση των κερδών της. Επιβολή προστίμου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στον Ανάδοχο λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό κίνδυνο πρόκλησης ζημίας στους επενδυτές καθώς δεν διέθεταν όλες τις σημαντικές πληροφορίες ώστε να προβούν σε εμπεριστατωμένη εκτίμηση της αξίας της εκδότριας εταιρίας. Καθορισμός της τιμής διάθεσης των μετοχών μετά από εκτίμηση, μεταξύ άλλων, και των ιδιαιτεροτήτων του αντικειμένου δραστηριότητας της εκδότριας εταιρίας. Το γεγονός αυτό δεν αίρει τη διαπιστωθείσα παράβαση, περιορίζει όμως τη δυναμένη να προκληθεί στους επενδυτές ζημία. ΔΕφΑθ 3301/2007, σελ. 241.  
Εισαγωγή στο ευρωπαϊκό δίκαιο της κεφαλαιαγοράς, Μελέτη Χ.Βλ. Γκόρτσος, σελ. 285.  
Ο Νέος Αναθεωρημένος Κανονισμός του Χρηματιστηρίου Αθηνών - Προχωρώντας προς ένα νέο περιβάλλον κοινοτικού ανταγωνισμού, Μελέτη Χ.Ι. Ταρνανίδου, σελ. 324.  
 




Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.