Σεμινάρια rss feed

ΔΙΚΑΙΟ ΙΚΕ ΚΑΙ ΕΠΕ: ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΔΥΟ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΤΥΠΩΝ

ΔΙΚΑΙΟ ΙΚΕ ΚΑΙ ΕΠΕ: ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΔΥΟ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΤΥΠΩΝ

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019
Α. Σπυρίδωνος Δ.Ν., LL.M. (L.S.E.), Δικηγόρος
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΑΔΕ (ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ)

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΑΔΕ (ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ)

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020
Ι. Τριανταφύλλου Φοροτεχνικός – Σύμβουλος Επιχειρήσεων
Η ΑΝΑΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ (Γ.Ε.ΜΗ.) ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ Ν 4635/2019

Η ΑΝΑΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ (Γ.Ε.ΜΗ.) ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ Ν 4635/2019

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020
Ι. Βενιέρης Επικ. Καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος, Κ. Ντζούφας Δικηγόρος, LL.M. Αστικού Δικαίου, Msc in Banking and Finance Law, νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων και εταιριών
Η ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Ν 4548/2018 (ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ)

Η ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Ν 4548/2018 (ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ)

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020
Ε. Δρυλλεράκης Δικηγόρος, Κ. Γιαννίκας Δικηγόρος
DATA PROTECTION OFFICER 16ο ΤΜΗΜΑ (27 Ιανουαρίου έως 12 Φεβρουαρίου 2019)

DATA PROTECTION OFFICER 16ο ΤΜΗΜΑ (27 Ιανουαρίου έως 12 Φεβρουαρίου 2019)

27 Ιανουαρίου 2020
Δ. Ζωγραφόπουλος ΔΝ, Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας , Δ. Γεωργόπουλος Co-Founder - Managing Partner at Rethink Business Lab, Founding Member DPO Academy, N. Γεωργόπουλος MBA cyRM, Cyber Privacy Risks Advisor / Cromar, Coverholder at Lloyd’s, Founding Member DPO Academy, I. Γιαννακάκης Δικηγόρος, FIP, CIPM, CIPP/E, CIPP/US, CFE, Cert. GDPR P, K. Παπαδάτος Information Security Executive, MSC Infosec, CISSP-ISSMP, CISM, ISO27001 LA, ISO27005 RM, PMP, MBCI, Ν. Λουκάς MSc, PhD, C/DPO, PRINCE2/P, Founder STREAMLINE Training and Consulting, Founding Member DPO Academy
ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΔΑΝΕΙΑ (ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ)

ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΔΑΝΕΙΑ (ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ)

Τετάρτη & Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2020
Π. Αρτίκης Καθηγητής Χρηματοοικονομικής Πανεπιστημίου Πειραιώς, Γ. Αρτίκης Ομ. Καθηγητής Χρηματοοικονομικής Πανεπιστημίου Πειραιώς, Ι. Λιναρίτης Δ.Ν., Δικηγόρος, MBA (International Banking & Finance)
ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ - ΝΕΑ ΟΡΙΑ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
ΕΙΔΙΚΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΣΥΝΝΟΜΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
Περισσότερα

Eγγραφή Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε δωρεάν το εβδομαδιαίο newsletter του epixeirisi .gr

3 Απριλίου 2019

ΣτΕ 2607/2018 [Εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος], με σχόλιο Μ.-Ελ. Εμμ. Ζουλάκη

Διόρθωση συμβολαίου ως προς το τίμημα - Βάρος απόδειξης

ΣτΕ 2607/2018 Τμ. Β΄

Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ως έκφανση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής (φορολογικής) Διοίκησης και ενόψει του σκοπού και της σημασίας της, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος, η δε ενεργοποίησή της προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, θετική ενέργεια αρμόδιου οργάνου της Διοίκησης, όπως είναι εγκύκλιος με την οποία υποδεικνύεται ρητώς στους φορολογούμενους ορισμένη συμπεριφορά ως σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου. Ειδικότερα, δεν συνιστά τέτοια ενέργεια, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, η μη έγερση από τη φορολογική Διοίκηση, σε σχέση με δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που της υποβλήθηκε, ζήτημα ανακρίβειας του δηλωθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 3 περ. α του ΚΦΕ (Ν 2238/1994), ερμηνευόμενες υπό το φως των άρθρων 78 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το (φορολογητέο ως εισόδημα από εμπορική επιχείρηση) κέρδος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων ανευρίσκεται με βάση την πραγματική αξία εκάστης συναλλαγής. Για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, ναι μεν λαμβάνεται κατʼ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατʼ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του Ν 1249/1982, αλλά εάν το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την τοιαύτη (αντικειμενική) αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή δεν είναι ανακριβές/εικονικό, αλλά ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής. Τούτο ισχύει και σε περίπτωση που με μεταγενέστερο (διορθωτικό) συμβόλαιο ορίζεται ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας είναι μεγαλύτερο του αναφερόμενου στο αρχικό συμβόλαιο, το οποίο ισούται με την αντικειμενική αξία των ακινήτων [όσον αφορά τη δυνατότητα τέτοια διόρθωσης και τη συνεπεία αυτής επιβολή στον αγοραστή (επιπλέον) φόρου μεταβίβασης ακινήτων, βλ. την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του N 1587/1950) ΑΝ 1521/1950, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 4 του N 2459/1997]. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο φορολογούμενος ο οποίος επικαλείται έναντι (των διαπιστώσεων) του φορολογικού ελέγχου ή με ενδικοφανή προσφυγή του το μεταγενέστερο (διορθωτικό ως προς το τίμημα) συμβόλαιο, προκειμένου να αποφύγει ή να αμφισβητήσει την επιβολή σε βάρος του φόρου εισοδήματος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι το αναγραφόμενο στο μεταγενέστερο συμβόλαιο τίμημα είναι το πραγματικό, ήτοι το αληθώς καταβληθέν. Ειδικότερα, η σύνταξη τέτοιου συμβολαίου, με την οποία το τίμημα της αγοραπωλησίας διορθώνεται σε ποσό πολύ μεγαλύτερο του αναφερόμενου στο αρχικό συμβόλαιο και η οποία λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη του φορολογικού ελέγχου και, μάλιστα, μετά την κοινοποίηση στον φορολογούμενο σημειώματος με τις διαπιστώσεις του ελέγχου, όπως συνέβη στην κρινόμενη υπόθεση, δημιουργεί (μαχητό, αλλά ισχυρό) τεκμήριο ότι η επίμαχη διόρθωση δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα, παρά συνιστά μεθόδευση, μέσω της οποίας επιχειρείται η (όψιμη) διαμόρφωση μιας επίπλαστης κατάστασης, ώστε να αποτραπεί ο καταλογισμός του ποσού του αναλογούντος, στην περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, φόρου εισοδήματος (και του συναφούς πρόσθετου φόρου), το οποίο, όπως εν προκειμένω, είναι σαφώς μεγαλύτερο του φόρου μεταβίβασης ακινήτων που οφείλεται συνεπεία της ανωτέρω διόρθωσης του τιμήματος. Εξάλλου, το ως άνω τεκμήριο μπορεί να καταρριφθεί από τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο μόνο διά της επίκλησης και προσκόμισης στοιχείων που αποδεικνύουν ότι πράγματι καταβλήθηκε το αναγραφέν στο μεταγενέστερο συμβόλαιο τίμημα, όχι όμως με την διατύπωση εκ μέρους του ισχυρισμού περί της οικονομικής δυνατότητάς του για πληρωμή τοις μετρητοίς του αντίστοιχου ποσού, το οποίο, μάλιστα, ενδέχεται να ανέρχεται, όπως εν προκειμένω, σε εκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, η τοιαύτη διόρθωση νομίμως, κατʼ αρχήν, απορρίπτεται από τη φορολογική Διοίκηση, κατά τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων και, περαιτέρω, σε περίπτωση άσκησης ένδικης προσφυγής κατά της οικείας καταλογιστικής πράξης, από το διοικητικό δικαστήριο, χωρίς να ασκεί συναφώς επιρροή η αντιμετώπιση της περίπτωσης από πλευράς φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων.

Σχόλιο

Εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος

Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου βρέθηκε, για άλλη μια φορά, στο επίκεντρο της νομολογίας των φορολογικών διαφορών.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπʼ αριθμό 2607/2018 απόφασή του, υπενθύμισε ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ως έκφανση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής Φορολογικής Διοίκησης και ενόψει του σκοπού και της σημασίας της, στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου[1], τυγχάνει εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος.

Για την ενεργοποίησή της απαιτείται, μεταξύ άλλων, θετική ενέργεια αρμοδίου οργάνου της Διοίκησης, όπως είναι η εγκύκλιος ή έκθεση ελέγχου, με την οποία υποδεικνύεται, ρητώς, στους φορολογούμενους ορισμένη συμπεριφορά ως σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου[2].

Όπως κρίθηκε με τη σχολιαζόμενη απόφαση, δεν συνιστά τέτοια ενέργεια, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, η μη έγερση από τη Φορολογική Διοίκηση, ζητήματος ανακρίβειας του δηλωθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας, σε σχέση με δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που της υποβλήθηκε[3].

Με άλλα λόγια, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η Φορολογική Διοίκηση παρέλαβε τη δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτων που υπεβλήθη για τη σύνταξη διορθωτικού συμβολαίου και αφού την ήλεγξε εισέπραξε τον αναλογούντα φόρο, δίχως να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της, δεν συνιστά θετική ενέργεια την οποία ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί ως έκφανση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στο πλαίσιο της φορολογίας εισοδήματος.

Περαιτέρω, όπως κρίθηκε, το φορολογητέο ως εισόδημα από εμπορική επιχείρηση, κέρδος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, ανευρίσκεται με βάση την πραγματική αξία κάθε συναλλαγής, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ΚN 2238/1994 (προηγούμενος ΚΦΕ), όπως αυτές ερμηνεύονται υπό το φως των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 78, της παραγράφου 5 του άρθρου 4 και της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος της Χώρας μας.

Για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, ναι μεν λαμβάνεται κατʼ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει βάσει των διατάξεων του άρθρου 41 του Ν 1249/1982, εντούτοις, εάν το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, υπό την βασική, πάντως, προϋπόθεση ότι τούτο είναι το αληθώς καταβληθέν, ήτοι δεν είναι ανακριβές - εικονικό, αλλά ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής[4]. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που με μεταγενέστερο, ήτοι διορθωτικό συμβόλαιο, ορίζεται ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας είναι μεγαλύτερο του αναφερόμενου στο αρχικό συμβόλαιο, το οποίο ισούται με την αντικειμενική αξία των ακινήτων.

Το βάρος απόδειξης ότι το αναγραφόμενο στο μεταγενέστερο συμβόλαιο τίμημα, είναι το πραγματικό και αληθώς καταβληθέν, φέρει ο ίδιος ο φορολογούμενος, προκειμένου να καταφέρει να αποφύγει ή να αμφισβητήσει την επιβολή, σε βάρος του, φόρου εισοδήματος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων[5].

Αυξημένης όμως σημασίας τυγχάνει η κρίση του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, περί του ότι η σύνταξη τέτοιου συμβολαίου - με την οποία το τίμημα της αγοραπωλησίας ακινήτου διορθώνεται, σε ποσό πολύ μεγαλύτερο, από το αναφερόμενο στο αρχικό συμβόλαιο, η οποία μάλιστα λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη του φορολογικού ελέγχου και δη κατόπιν της κοινοποίησης σημειώματος διαπιστώσεων στον φορολογούμενο -
δημιουργεί μαχητό, εντούτοις ισχυρό τεκμήριο, ότι η διόρθωση αυτή δεν συνάδει με την οικονομική πραγματικότητα, αλλά συνιστά μονάχα μια μεθόδευση, μέσω της οποίας επιχειρείται η όψιμη διαμόρφωση μιας επίπλαστης κατάστασης, προκειμένου να αποτραπεί ο καταλογισμός του ποσού του αναλογούντος, στην περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, φόρου εισοδήματος και ασφαλώς, του οικείου πρόσθετου φόρου, χρηματικό ποσό το οποίο είναι, σαφώς μεγαλύτερο, του φόρου μεταβίβασης ακινήτων που οφείλεται κατόπιν της διόρθωσης του τιμήματος.

Περαιτέρω, όπως κρίθηκε, ισχυρισμός του φορολογούμενου περί της οικονομικής δυνατότητάς του για πληρωμή του αντίστοιχου ποσού, τοις μετρητοίς, δεν αρκεί ώστε να καταρρίψει το ως άνω τεκμήριο. Το τελευταίο, δύναται να καταρριφθεί, μονάχα με την επίκληση και την προσκόμιση στοιχείων, εκ μέρους του φορολογούμενου, τα οποία αποδεικνύουν ότι όντως καταβλήθηκε, το αναγραφέν στο μεταγενέστερο συμβόλαιο, ανώτερο τίμημα.

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του Ν 4174/2013 (ΚΦΔ), η Φορολογική Διοίκηση, δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων, που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα, ενώ οι εν λόγω διευθετήσεις, αντιμετωπίζονται, για φορολογικούς σκοπούς, με βάση τα χαρακτηριστικά της οικονομικής τους υπόστασης[6].

Η ως άνω ρήτρα κατά της φοροαποφυγής, συνάδει με τις διέπουσες την επαλήθευση, των πραγματικών φορολογικών περιστάσεων, αρχές. Πρωτίστως, με την αρχή της αυτεπάγγελτης αναζήτησης της αντικειμενικής αλήθειας.

Ειδικότερα, κατά την επαλήθευση των δεδομένων της φορολογικής δήλωσης, ο τρόπος επέμβασης και ενέργειας των φορολογικών ελεγκτικών οργάνων διέπεται από το εξεταστικό ή ερευνητικό σύστημα, το οποίο εξυπηρετεί την ανεύρεση της αντικειμενικής αλήθειας.

Όπως έχει παρατηρηθεί, η αρχή της αυτεπάγγελτης αναζήτησης της αντικειμενικής αλήθειας, πρακτικά, αποκλείει την εξάρτηση των ελεγκτικών οργάνων από τα αιτήματα και τις συμφωνίες των εμπλεκόμενων μερών, δηλονότι αντικειμενικός και υπέρτατος στόχος είναι ο καθορισμός της αντικειμενικής νομικής κατάστασης του φορολογούμενου πολίτη.

Επιπροσθέτως, η εν λόγω αρχή επιβάλλει την αντικειμενικότητα και ουδετερότητα της Φορολογικής Αρχής, τα ελεγκτικά όργανα της οποίας έχουν την υποχρέωση να αναζητήσουν την πραγματική κατάσταση, και συνεπώς, τα περιστατικά και πραγματικά εκείνα δεδομένα, που είναι δυνατόν, είτε να αποβαίνουν σε βάρος του φορολογούμενου, είτε όμως να αποβαίνουν σε βάρος και του ιδίου του Ελληνικού Δημοσίου[7].

Το βάρος όμως της απόδειξης που ο φορολογούμενος φέρει, προκειμένου να αποδείξει ότι πράγματι κατέβαλε το μεταγενεστέρως δηλωθέν τίμημα, ώστε να μπορέσει να ανατρέψει το τεκμήριο περί μεθόδευσης, δεν πρέπει να είναι υπέρμετρο, ήτοι αντικειμενικώς αδύνατο ώστε να δύναται να επωμισθεί ο ίδιος.

Δηλαδή, σε καμία περίπτωση, το επίμαχο βάρος απόδειξης και το ως άνω τεκμήριο, δεν πρέπει να καταλήγει στην αδυναμία υπεράσπισης και αποτελεσματικής δικονομικής προάσπισης των δικαιωμάτων του φορολογούμενου.

Και τούτο διότι, φορολογούμενος ο οποίος, εν έτει 2005, αγόρασε ακίνητο, δηλώνοντας στο οικείο αρχικό συμβόλαιο μικρότερο τίμημα, από το αληθώς καταβληθέν, είναι απολύτως λογικό και αντίστοιχα αναμενόμενο, να μην διαθέτει έγγραφα και συναφή αποδεικτικά στοιχεία, με τα οποία θα μπορούσε να αποδείξει, πέραν πάσης αμφιβολίας, εν έτει 2016, οπότε και έλαβε χώρα η σύνταξη του μεταγενέστερου και διορθωτικού ως προς το τίμημα συμβολαίου και κατεβλήθη ο αληθώς αναλογών φόρος μεταβίβασης ακινήτων, ότι όντως έλαβε χώρα εξόφληση του αληθούς και μεγαλύτερου δηλωθέντος τιμήματος.

Κατʼ αρχήν, όπως ευλόγως γίνεται αντιληπτό, είναι ιδιαιτέρως δυσχερές, αν όχι αδύνατο, να προσκομίσει τραπεζική εξόφληση του υπερβάλλοντος και μη δηλωθέντος εν έτει 2005 τιμήματος. Εκ μόνου του λόγου ότι το αρχικώς δηλωθέν τίμημα ήταν μικρότερο του πραγματικώς καταβληθέντος, καθίσταται σαφές ότι το αρχικώς «κρυφό» τίμημα, εξαρχής, δεν εξοφλήθηκε με την χρήση τραπεζικού συστήματος, ήτοι ούτε με τραπεζική επιταγή, ούτε με επιταγή έκδοσης του αγοραστή, ούτε όμως και με κατάθεση του αρχικώς «κρυφού» τιμήματος σε τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή του ακινήτου. Ακόμη όμως και στην σπάνια εκείνη περίπτωση που ο φορολογούμενος επικαλείτο και προσκόμιζε την όποια τυχόν εξοφλητική απόδειξη του αρχικώς «κρυφού» τιμήματος, υπογεγραμμένη από τον πωλητή, και πάλι, ενδεχομένως, να εγείρονταν εύλογες αμφιβολίες εκ μέρους της Φορολογικής Διοίκησης, αν όχι ως προς το βέβαιο της χρονολογίας αυτής, τουλάχιστον ως προς το αληθές και βάσιμο αυτής.

Ουσιαστικά όμως, με τον τρόπο αυτό, ο φορολογούμενος ο οποίος πράγματι κατέβαλε το ανωτέρω και αληθές τίμημα, στην προσπάθειά του να αποδείξει ότι η μεταγενέστερη διόρθωση του συμβολαίου ως προς το τίμημα, δεν συνιστά τεχνητή μεθόδευση, καταλήγει να υποχρεούται να αποδείξει τα αδύνατα.

Η αντικειμενική και ουσιαστική εκτίμηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών κατά το έτος εκείνο που έλαβε χώρα η αγοραπωλησία του ακινήτου, και κυρίως, η αντικειμενική και ενδελεχής αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης του φορολογούμενου, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει αναλυτική εκτίμηση των δηλωθέντων εκ μέρους του φορολογηθέντων εισοδημάτων κάθε πηγής, η αξιολόγηση του συνόλου των τραπεζικών καταθέσεων και κινήσεων, η ενδελεχής διερεύνηση των εισερχόμενων ή/και εξερχόμενων εμβασμάτων τραπεζικών λογαριασμών, η αναλυτική απεικόνιση της εκ μέρους του ανάλωσης κεφαλαίου, θα θωράκιζε το δικονομικό δικαίωμα του φορολογούμενου περί «αμύνεσθαι», σε αντίστοιχες περιπτώσεις.

Μανουηλία - Ελευθερία Εμμ. Ζουλάκη

Δικηγόρος - Φορολογική Σύμβουλος
Υπ. ΔΝ, MDT Universit? Commerciale Luigi Bocconi
Μέλος της Επιστημονικής Ομάδας του TAXHEAVEN


[1]. Βλ. Π. Πανταζόπουλος, Τα συνταγματικά όρια του φορολογικού ελέγχου, Νομική Βιβλιοθήκη 2012, σελ. 155-173, Κ. Φινοκαλιώτης, Φορολογικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα 2014, σελ. 150-157.

[2]. Βλ. ΣτΕ 2827, 2828/2016, πρβλ. ΣτΕ 2582/2015, ΣτΕ 2674/2013, ΣτΕ 608/2004 7μ., ΔΕΕ 10.12.2015 C-427/2014, ΣτΕ 545/2000.

[3]. Όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε με τις αποφάσεις με αριθμούς 2827, 2828/2016, δεν συνιστά τέτοια θετική ενέργεια η μη έγερση από το φορολογικό έλεγχο, για ορισμένη διαχειριστική περίοδο, ζητήματος νομιμότητας ή επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων δαπανών, τις οποίες δηλώνει ο επιτηδευματίας, ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδά του (πρβλ. ΣτΕ 2674/2013, ΣτΕ 608/2004, ΣτΕ 1417/1984, ΣτΕ 3645/1983).

[4]. Πρβλ. ΣτΕ 1400/2015 7μ.

[5]. Βλ. Ι. Δημητρακόπουλος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ και ζητήματα (βάρους, είδους και βαθμού) απόδειξης σε φορολογικές υποθέσεις, στην πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ (με αφορμή τις αποφάσεις ΣτΕ Β΄ Τμήμα 7μελούς 884, 1992, 1993/2016) www.humanrightscaselaw.gr, https://www.ddikastes.gr/node/1219.

[6]. Για μια αναλυτική θεώρηση του άρθρου 38 του Ν 4174/2013, βλ. Β. Βύζας, Η ρήτρα κατά της Φοροαποφυγής στο Ελληνικό Δίκαιο-Εύρος και όρια εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, σελ. 83 κ.ε., βλ. Ι. Φωτόπουλος, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, Ερμηνεία Ν 4174/2013, Εκδόσεις Σάκκουλα 2018, σελ. 945 - 970, και Κ. Σαββαΐδου, Η θέσπιση στο ελληνικό φορολογικό δίκαιο γενικού κανόνα ενάντια στην καταστρατήγηση των φορολογικών διατάξεων με σκοπό την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής, υπό το φως των ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων, ΔΦΝ 2017, σελ. 259 κ.επ.

[7]. Βλ. και Δ. Ράϊκος, Ο διαδικαστικός θεσμός της φορολογικής δήλωσης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα -Κομοτηνή 2000, σελ. 326 κ.επ.

 

Παρακαλώ περιμένετε...

loading
 
Ερώτηση Ασφαλείας: Επιλέξτε μία σημαντική για εσάς ημερομηνία

Σημειώστε την ημερομηνία που θα επιλέξετε, σε περίπτωση που σας ζητηθεί στο μέλλον από το σύστημα για λόγους ασφαλείας.

Επιβεβαιώστε τον λογαριασμό σας

Παρακαλώ συμπληρώστε την σημαντική για εσάς ημερομηνία που έχετε καταχωρίσει ως ερώτηση ασφαλείας.